Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Από την Ολυμπία στην Αμφίπολη

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές ανέκαθεν προκαλούσαν τεράστιο ενδιαφέρον, καθώς επίσης δίχαζαν. Αρκεί να θυμηθεί κανείς μια από τις πρώτες ανασκαφές στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, το 1875. Ο αντίκτυπός της δεν διαφέρει και τόσο από αυτόν της πολύ δημοφιλούς ανασκαφής των ημερών μας


Από την Ολυμπία στην Αμφίπολη

Πανηγυρική φωτογραφία και ενόπλων φουστανελοφόρων στον χώρο της ανασκαφής του ναού του Διός το 1875

εκτύπωση 

 
Στις 20 Δεκεμβρίου 1875 το ρεπορτάζ για την ανασκαφή της Ολυμπίας στην αθηναϊκή εφημερίδα «Μέριμνα» αναφέρει: «Ο κ. Αθ. Δημητριάδης έπεμψε τη Αρχαιολογική Εταιρεία ολόκληρον φορτίον αρχαιοτήτων, ων τινά ειδώλια παριστώντα Ερμάς χαριέντως το βαλάντιον εν χερσί κρατούντας, και αλεκτορομάχους και τινάς γυναίκας κομψώς ενδεδυμένας και την κόμην εχούσας, ως και νυν συνηθίζουσιν αι της υψηλής εθιμοταξίας κυρίαι, και άλλα άτινα φαίνονται καλλίστης τέχνης και της ρωμαϊκής εποχής...». Το δημοσίευμα συνεχίζει περιγράφοντας το πολύτιμο φορτίο, για να καταλήξει στο λακωνικό: «Αλλά δε και τα μη κινούντα την περιέργειαν έχουσι, κατά τον κ. Δημητριάδην, την επιστημονικήν αυτών αξίαν».

Το πρώτο αρχαιολογικό ρεπορτάζ
Δεν είναι παρά ένα από τα πρώτα δείγματα του αρχαιολογικού ρεπορτάζ, είδους που ξεκίνησε με τις πρώτες ανασκαφές του ελεύθερου ελληνικού κράτους αλλά ενισχύθηκε το 1875, με την έναρξη της ανασκαφής της Ολυμπίας. Οι επισκέψεις των πρώτων περιηγητών από τον 17ο αιώνα, οι περιγραφές τους σε έργα περιορισμένης ή ευρύτερης κυκλοφορίας, καθώς και το αυξανόμενο αρχαιογνωστικό ενδιαφέρον της εποχής καλλιεργούσαν την επιθυμία για μια οργανωμένη αποκάλυψη της αρχαίας θέσης, προκειμένου να έρθουν στο φως τα μοναδικά έργα τέχνης που, σύμφωνα με τις πηγές, φιλοξενούσε. Το 1829 η σύντομη - και αυθαίρετη - ανασκαφή από την ομάδα της Expedition Scientifique de Moree αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για συστηματική  διερεύνηση της Ολυμπίας. Και μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, τα αιτήματα ξένων κυβερνήσεων και οι σχετικές διαπραγματεύσεις επαναλήφθηκαν αρκετές φορές ως το 1874, όταν υπογράφηκε η διμερής συνθήκη για την ανάληψη της ανασκαφής από το γερμανικό κράτος.

Σε όλο το διάστημα των διαπραγματεύσεων, οι αθηναϊκές εφημερίδες παρουσίαζαν εκτεταμένα ρεπορτάζ για την πορεία τους, διαμορφώνοντας ένα κλίμα προσμονής για την ανασκαφή και τα προσδοκώμενα ευρήματα. Και όταν η ανασκαφή επιτέλους ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1875, οι αναφορές παρέμειναν συχνές. Εντεταλμένος να επιβλέπει τις εργασίες από ελληνικής πλευράς, ο Αθανάσιος Δημητριάδης, από τα πρώτα στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, είχε να επιτελέσει ένα έργο διόλου ευκαταφρόνητο. Εκτός από την παρακολούθηση των ανασκαφών, τη συνεργασία με τους γερμανούς επιστήμονες, την επικοινωνία με τους εργάτες και την τήρηση ημερολογίου ανασκαφής και καταλόγου των ευρημάτων, ενημέρωνε σε τακτική, ενίοτε καθημερινή βάση την Αρχαιολογική Υπηρεσία για τα τεκταινόμενα. Καταγραφές των ευρημάτων, περιγραφές των πιο σημαντικών, οι σταθμοί στην πορεία της ανασκαφής αλλά και αναφορές σε προβλήματα όπως η περιστασιακή παύση των εργασιών λόγω του καιρού, έβρισκαν τη θέση τους στις αναφορές του - και από εκεί έφθαναν στις αθηναϊκές εφημερίδες. Τα ευρήματα, οι συσχετισμοί τους με τις αρχαίες πηγές, οι ταυτίσεις αλλά και οι αποκλίσεις από τα προσδοκώμενα τροφοδοτούσαν το ρεπορτάζ που, με τη σειρά του, παρείχε στην αθηναϊκή κοινωνία ένα σταθερό θέμα συζήτησης. Λιτές περιγραφές, εξάρσεις εθνικής περηφάνιας αλλά και περιστασιακές απογοητεύσεις από τα «ήσσονος σημασίας ευρήματα» έτρεφαν έναν ασυνήθιστο ως τότε δημόσιο διάλογο. Από το 1875 ως το 1881 η πρώτη φάση της ανασκαφής αποτυπώθηκε στις εφημερίδες της εποχής με σύντομα ή εκτενέστερα κείμενα, αναλύσεις και, ενίοτε, χρονογραφήματα.

Από τις εφημερίδες δεν έλειπαν και οι «μικρές ειδήσεις» που φωτίζουν το κλίμα της περιόδου. Μια από αυτές, στην «Εφημερίδα» της 25ης Δεκεμβρίου 1875, μόλις λίγους μήνες μετά την έναρξη της ανασκαφής, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Εμάθομεν ότι αυστηραί διαταγαί εστάλησαν παρά της κυβερνήσεως εις τον εν Ολυμπία έφορον των αρχαιοτήτων κ. Δημητριάδην, όπως μη γνωστοποιή εις ιδιώτας τα περί των ανασκαφών». Φαίνεται πως οι επισκέψεις στην ανασκαφή, το μεγάλο ενδιαφέρον και οι συχνές πιέσεις για πληροφορίες έφθασαν στα αφτιά των ιθυνόντων που απαίτησαν τον έλεγχο της ροής των πληροφοριών και την κεντρική τους διαχείριση.

Η σύμβαση της Ελλάδας με τη Γερμανία
Την ίδια περίοδο συχνότατες είναι επίσης οι αναφορές σε ένα θέμα που δίχασε την αρχαιολογική κοινότητα αλλά και ένα ευρύτερο ακροατήριο. Η σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για την ανασκαφή της Ολυμπίας όριζε πως οι Γερμανοί θα είχαν το δικαίωμα της ανασκαφής, της μελέτης και της δημοσίευσης των ευρημάτων, καθώς και την υποχρέωση της χρηματοδότησής της. Τα ευρήματα θα έμεναν στην Ελλάδα, ως εθνικό κειμήλιο. Ωστόσο το Αρθρο 6 όριζε πως οι Γερμανοί είχαν το δικαίωμα να πάρουν τα «διπλά ή όμοια» ευρήματα που τυχόν θα έρχονταν στο φως κατά την ανασκαφή. Ο όρος αυτός άνοιξε εξαρχής τον ασκό του Αιόλου στους κύκλους των αρχαιολόγων και των φιλάρχαιων, με πρώτη την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, ενώ το θέμα έφθασε για συζήτηση ακόμη και στη Βουλή.

Στους δύο μήνες μετά την αρχική αποκάλυψη της Αμφίπολης, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την αρχαιολογία και την ανακάλυψη των καταλοίπων του παρελθόντος πλούτισε τον δημόσιο διάλογο με μια θεματολογία ξεχασμένη από χρόνια και περιορισμένη σε ένα αριθμητικά ισχνό κοινό. Σήμερα, μετά τον ενθουσιασμό των πρώτων ανακοινωθέντων και με τους ρυθμούς των εργασιών να προσομοιάζουν πλέον σε εκείνους μιας συνηθισμένης αρχαιολογικής αποστολής, μόνο η μισή συζήτηση αφορά το ίδιο το μνημείο. Η άλλη μισή αφορά μια συζήτηση γύρω από τη συζήτηση: ποιος νομιμοποιείται να ομιλεί, πώς δομούνται οι ανακοινώσεις για τα ευρήματα, ποια άποψη είναι η σωστή. Και ενίοτε, ολισθαίνει σε αντεγκλήσεις και κατηγορίες που ελάχιστη σχέση έχουν με την αρχική αφορμή. Η ιστορία της Ολυμπίας, όπως και αρκετών άλλων ανασκαφών που ακολούθησαν, δείχνει πως η περίπτωση της Αμφίπολης δεν είναι μοναδική σε ό,τι αφορά το ενδιαφέρον που γεννά. Το ενδιαφέρον για το παρελθόν, ως ιστορική ανάγκη ή ως απλή περιέργεια, παραμένει αναλλοίωτο στους αιώνες. Αναλλοίωτη παραμένει, επίσης, η διάθεση της διύλισης της σχετικής θεματολογίας, με ή χωρίς επιχειρήματα, προκειμένου να προαχθεί η συζήτηση. Αυτό που αλλάζει είναι η ταχύτητα της πληροφορίας, τα μέσα αναπαραγωγής της και οι εστίες του διαλόγου. Και, βεβαίως, τα πρόσωπα.  
 
 ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ,Αγγελική Κοσμοπούλου

Η κυρία Αγγελική Κοσμοπούλου είναι διδάκτωρ Κλασικής Αρχαιολογίας και κάτοχος MBA στο Marketing.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου