Ορθολογισμός και νεωτερικότητα: μέτρο, εργαλείο και εξουσία
Από τον λόγο του μέτρου στον λόγο της κυριαρχίας
Τι χάσαμε στον δρόμο από την αρχαία Ελλάδα στη νεωτερικότητα
Στον δημόσιο λόγο, ο «ορθολογισμός» παρουσιάζεται σχεδόν πάντοτε ως αυτονόητο κεκτημένο της προόδου. Είναι συνώνυμος της επιστήμης, της τεχνολογίας, της αποτελεσματικότητας, της απελευθέρωσης από τον μύθο και τη δεισιδαιμονία. Όμως πίσω από αυτή τη φαινομενική ενότητα κρύβεται μια βαθιά ιστορική και φιλοσοφική τομή: ο ορθολογισμός της αρχαίας Ελλάδας δεν είναι ο ίδιος με τον ορθολογισμό της νεωτερικότητας και, πολύ λιγότερο, με εκείνον του Διαφωτισμού.
Για τους αρχαίους Έλληνες, ο λόγος δεν ήταν εργαλείο κυριαρχίας, αλλά τρόπος κατανόησης του κόσμου. Η φιλοσοφία γεννήθηκε από τον θαυμασμό και την ανάγκη να νοηθεί η τάξη του όντος. Η φύση δεν αντιμετωπιζόταν ως πρώτη ύλη προς εκμετάλλευση, αλλά ως έλλογη πραγματικότητα με δικούς της σκοπούς. Η γνώση συνδεόταν άμεσα με το ήθος: το ερώτημα «τι είναι ο κόσμος» δεν μπορούσε να αποσπαστεί από το «πώς πρέπει να ζει ο άνθρωπος».
Κεντρική έννοια αυτής της σκέψης ήταν το μέτρο. Η ανθρώπινη λογικότητα όφειλε να αναγνωρίζει τα όριά της. Η ύβρις —η αλαζονική υπέρβαση αυτών των ορίων— θεωρούνταν πηγή καταστροφής. Ακόμη και η τεχνική είχε θέση μόνο ως μίμηση και συμπλήρωμα της φύσης, όχι ως απόπειρα ανακατασκευής της.
Η νεωτερικότητα ανέτρεψε αυτή τη στάση ριζικά. Από τον 17ο αιώνα και μετά, ο κόσμος άρχισε να νοείται ως μηχανισμός. Η φύση απογυμνώθηκε από σκοπούς και νοήματα και μετατράπηκε σε αντικείμενο μέτρησης, πρόβλεψης και ελέγχου. Ο λόγος έπαψε να είναι τρόπος κατανόησης και έγινε εργαλείο. Όπως διατύπωσε χαρακτηριστικά ο Καρτέσιος, στόχος της γνώσης ήταν να καταστήσει τον άνθρωπο «κύριο και κάτοχο της φύσης».
Ο Μαξ Βέμπερ περιέγραψε αυτή τη μετατόπιση ως επικράτηση της εργαλειακής λογικής: ο ορθολογισμός ταυτίζεται πλέον με τον υπολογισμό, την αποτελεσματικότητα και την επίτευξη σκοπών, ανεξάρτητα από το αν αυτοί έχουν νόημα. Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ πήγε ακόμη βαθύτερα, υποστηρίζοντας ότι η νεωτερική τεχνική μετατρέπει τον κόσμο σε «απόθεμα» πόρων προς εκμετάλλευση — ακόμη και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο Διαφωτισμός προσπάθησε να δώσει σε αυτή τη λογική ένα απελευθερωτικό πρόσημο. Ο λόγος αναγορεύτηκε σε καθολικό κριτήριο αλήθειας, η πρόοδος σε ιστορικό πεπρωμένο. Η ανθρωπότητα, υποτίθεται, βάδιζε προς μια ολοένα πιο ελεύθερη και ορθολογική κοινωνία. Ωστόσο, όπως έδειξε αργότερα η κριτική της Σχολής της Φρανκφούρτης και ο Μισέλ Φουκώ, ο ίδιος αυτός λόγος έγινε εργαλείο νέων μορφών εξουσίας: διοίκησης, επιτήρησης, κανονικοποίησης.
Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο ο λόγος καθολικοποιήθηκε, τόσο περισσότερο αποσπάστηκε από το ερώτημα του νοήματος. Η κοινωνία έγινε πιο «ορθολογική», αλλά όχι κατ’ ανάγκη πιο ανθρώπινη. Η τεχνική ισχύς αυξήθηκε, αλλά το μέτρο χάθηκε.
Σήμερα, σε μια εποχή τεχνολογικής παντοδυναμίας και κοινωνικής κανονικοποίηση , το ερώτημα επιστρέφει με νέα ένταση: μήπως ο σύγχρονος ορθολογισμός έχει αποκοπεί πλήρως από τα όριά του; Μήπως η αρχαιοελληνική έμφαση στο μέτρο, στην ενότητα γνώσης και ήθους, δεν είναι ξεπερασμένη, αλλά επίκαιρη όσο ποτέ;
Το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή στο παρελθόν. Είναι η επαναφορά ενός κριτικού λόγου που δεν ταυτίζει τη λογικότητα με την κυριαρχία. Ένας λόγος που γνωρίζει πώς να υπολογίζει, αλλά και πότε να σταματά.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου