Γεωπολιτική Ανάλυση σε Εποχή Χάους: Υψηλή Εντροπία, Παραπληροφόρηση και η Αποτυχία των Προβλέψεων
Το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται μια πληθώρα γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών αναλύσεων που επιχειρούν να ερμηνεύσουν έναν κόσμο εμφανώς ασταθή, πολυπολικό και βαθιά μεταβατικό. Αναλυτές, δεξαμενές σκέψης και τηλεοπτικά πάνελ περιγράφουν τις διεθνείς εξελίξεις ως χαοτικές, απρόβλεπτες και κρίσιμες, για να προχωρήσουν σχεδόν αμέσως σε βραχυπρόθεσμες προβλέψεις με εντυπωσιακή βεβαιότητα. Το αποτέλεσμα είναι συχνά η ταχεία διάψευση αυτών των εκτιμήσεων, όχι επειδή οι αναλυτές «έπεσαν έξω», αλλά επειδή το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο επιχειρούν να προβλέψουν είναι εγγενώς ακατάλληλο για τέτοιου είδους συμπεράσματα.
Η σύγχρονη διεθνής πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από υψηλή εντροπία: πλήθος δρώντων, αλληλεπικαλυπτόμενα συμφέροντα, τεχνολογική επιτάχυνση, ασύμμετρες απειλές, κοινωνικές εντάσεις και πληροφοριακό χάος. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η εντροπία δεν σημαίνει απλώς αταξία, αλλά μέγιστη αβεβαιότητα ως προς την έκβαση των γεγονότων. Κάθε προσπάθεια να παρουσιαστεί αυτή η κατάσταση ως πρόσφορη για ακριβείς προβλέψεις συνιστά εννοιολογικό σφάλμα και συχνά επικοινωνιακή παραπλάνηση. Όταν ένα σύστημα βρίσκεται σε υψηλή εντροπία, οι μικρές μεταβολές μπορούν να οδηγήσουν σε δυσανάλογες συνέπειες, οι συμμαχίες μεταβάλλονται ρευστά και οι αποφάσεις δεν υπακούουν σε γραμμικές σχέσεις αιτίου και αποτελέσματος.
Παρά ταύτα, ένα μεγάλο μέρος του δημόσιου λόγου επιμένει να αναζητά βεβαιότητες. Οι αναλυτές καλούνται –ή αυτοκαλούνται– να προβλέψουν τι «θα συμβεί τους επόμενους μήνες», ποια σύγκρουση «θα κλιμακωθεί» ή ποια ισορροπία «θα παγιωθεί». Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, ο στόχος αυτών των αναλύσεων δεν είναι η κατανόηση της πραγματικότητας, αλλά η προσωπική προβολή και η διατήρηση της δημοφιλίας τους. Η συνεχής παρουσία στην επικαιρότητα απαιτεί ένταση, σαφήνεια και δραματικότητα. Ο φόβος μετατρέπεται έτσι σε επενδυτικό εργαλείο: καλλιεργείται, διογκώνεται και αξιοποιείται ώστε ο αναλυτής να παραμένει αναγκαίος, «επίκαιρος» και ορατός στο δημόσιο πεδίο.
Σε αυτή τη διαδικασία, συχνά παραγνωρίζεται ο ρόλος του κοινού, το οποίο αποτελεί τον τελικό αποδέκτη αυτών των αναφορών. Ένα κοινό που βομβαρδίζεται καθημερινά με αντικρουόμενες προβλέψεις, δραματικούς τίτλους και βεβαιότητες σύντομης διάρκειας, κινδυνεύει να παραπληροφορηθεί και να παραπλανηθεί. Η υπερβολή, η συναισθηματική φόρτιση και η απουσία σαφούς διάκρισης ανάμεσα σε ανάλυση και εικασία θολώνουν την κρίση και δημιουργούν μια ψευδή αίσθηση κατανόησης. Το κοινό καλείται, επομένως, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό: να διακρίνει αν μια ανάλυση βασίζεται σε δεδομένα ή σε εντυπώσεις, αν αναγνωρίζει ρητά τα όριά της ή αν υπόσχεται βεβαιότητες, αν περιγράφει σενάρια ή προφητεύει εξελίξεις. Η κριτική σκέψη καθίσταται αναγκαίο εργαλείο άμυνας απέναντι στον θόρυβο της πληροφορίας.
Η ανάγκη για πρόβλεψη δεν πηγάζει τόσο από επιστημονική αναγκαιότητα όσο από κοινωνική και μιντιακή πίεση. Η αβεβαιότητα τρομάζει, ενώ η βεβαιότητα, ακόμη και όταν είναι αυθαίρετη, καθησυχάζει. Έτσι, η ανάλυση μετατρέπεται συχνά σε αφήγημα, σχεδιασμένο περισσότερο για κατανάλωση παρά για ουσιαστική ερμηνεία. Η επαναλαμβανόμενη διάψευση αυτών των προβλέψεων δεν προκαλεί απλώς κόπωση στο κοινό, αλλά υπονομεύει και την ίδια την έννοια της σοβαρής γεωπολιτικής σκέψης.
Το πρόβλημα εντείνεται ακόμη περισσότερο όταν στο ήδη χαοτικό διεθνές περιβάλλον προστίθενται πολιτικές ηγεσίες και κρατικές πρακτικές που λειτουργούν με όρους απροβλεψιμότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, αλλά και άλλες μεγάλες ή περιφερειακές δυνάμεις, εφαρμόζουν κατά καιρούς πολιτικές που δεν εντάσσονται εύκολα σε σταθερά δόγματα. Εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις, προσωπικές στρατηγικές ηγετών, αιφνίδιες αλλαγές γραμμής και επικοινωνιακές αντιφάσεις δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η κρατική συμπεριφορά γίνεται και η ίδια παράγοντας χάους. Όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα την εσωτερική κατανάλωση, τη διατήρηση της εξουσίας ή την προσωπική εικόνα των ηγετών, η διεθνής σκηνή μετατρέπεται σε πεδίο αυξημένης εντροπίας και όχι προβλέψιμης στρατηγικής αλληλουχίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιμονή σε βραχυπρόθεσμες προβλέψεις μοιάζει περισσότερο με ψευδαίσθηση ελέγχου παρά με σοβαρή ανάλυση. Η «τρέλα» της εποχής δεν έγκειται τόσο στις ίδιες τις εξελίξεις, όσο στην αδυναμία αποδοχής ότι τα παλιά μοντέλα ερμηνείας έχουν εξαντλήσει τα όριά τους. Τα εργαλεία που διαμορφώθηκαν σε περιόδους σχετικής σταθερότητας, διπολισμού ή ελεγχόμενων ισορροπιών ισχύος δεν μπορούν να αποδώσουν σε έναν κόσμο πολυκεντρικό, ταχύ και βαθιά αβέβαιο.
Ίσως, τελικά, η πιο έντιμη στάση απέναντι στη σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα να μην είναι η διατύπωση βεβαιοτήτων, αλλά η αναγνώριση των ορίων της γνώσης. Όχι τι ακριβώς θα συμβεί, αλλά ποια σενάρια είναι πιθανά, ποιες τάσεις διαφαίνονται και ποιες απρόβλεπτες μεταβλητές μπορούν να ανατρέψουν τα πάντα. Σε συνθήκες υψηλής εντροπίας, η γεωπολιτική ανάλυση οφείλει να είναι ταπεινή, προσεκτική και απαλλαγμένη από τον πειρασμό της προβολής και του φόβου. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να διαψεύδεται όχι από την πραγματικότητα, αλλά από τις ίδιες τις υπερβολικές της αξιώσεις.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου