Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Εφήμερη η Συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919


Η Συνθήκη των Βερσαλλιών ήταν μία συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε μετά το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου και τερμάτισε την εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Γερμανίας και των συμμαχικών δυνάμεων.
 Υπογράφηκε σε σεμνή τελετή στις αίθουσες του ανάκτορου των Βερσαλλιών (29 Ιουνίου του 1919), απ' όπου και πήρε το όνομά της. Η διαπραγμάτευση των όρων της συνθήκης,  γινόταν μεταξύ των Συμμάχων, ενώ δεν επιτρεπόταν καθ όλη τη διάρκειά της η συμμετοχή της γερμανικής αντιπροσωπείας
Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων υπεγράφη  η συνθήκη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου του 1918. Η πιο σημαντική διάταξη της συνθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 231 (το επονομαζόμενο «άρθρο της πολεμικής ενοχής») όριζε ότι η Γερμανία ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για όλες τις «απώλειες και ζημίες» που είχαν υποστεί οι Σύμμαχοι στη διάρκεια του πολέμου και έθετε τη βάση των αποζημιώσεων.
Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους συμμάχους άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου με τις Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία και Ρωσία να αποκλείονται από αυτές ενώ στο τέλος έμειναν μόνο Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες στο τραπέζι των διαβουλεύσεων. Η γερμανική κυβέρνηση έμαθε στις 29 Απριλίου τους όρους της ειρήνης, οι οποίοι εκτός από απώλεια εδαφών, την απώλεια όλων των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας, εμπεριείχαν και το θέμα των αποζημιώσεων. Στη Γερμανία η συνθήκη προκάλεσε σοκ και αισθήματα ταπείνωσης, γιατί πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν άδικο να επωμιστεί μόνο η Γερμανία και οι σύμμαχοί της την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός», όπως χαρακτηρίστηκε από τους περισσότερους ιστορικούς της εποχής.
Τα οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν λόγω της αποπληρωμής και η γερμανική οργή, θεωρήθηκαν από τους περισσότερους ως η αιτία για να ξεσπάσει ο Β'Παγκόσμιος πόλεμος ενώ κάποιοι άλλοι είχαν αντίθετη άποψη λέγοντας ότι Γαλλία και Βέλγιο επιχειρηματολογούσαν για την άμεση αποκατάσταση των ζημιών ζητώντας να λάβουν προτεραιότητα για τις αποζημιώσεις. Τον Ιανουάριο του 1921 το συνολικό ποσό που αποφασίστηκε από τη Διασυμμαχική Επιτροπή Αποζημιώσεων ορίστηκε στα 269 εκατομμύρια χρυσά μάρκα (2.970 χρυσά μάρκα αντιστοιχούσαν σε ένα γραμμάριο καθαρού χρυσού), περίπου £6.6 δισεκατομμύρια η $32 δισεκατομμύρια. Η Γερμανία θα έπρεπε να πληρώνει μέχρι το 1984. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, το ποσό περιορίστηκε στα  132 δις μάρκα (περίπου 400 δις δολάρια σε ισοτιμία 2007) και θεωρήθηκε υπέρογκο καθώς η χώρα θα χρειαζόταν περίπου 60 χρόνια για την αποπληρωμή του.
Η διεθνής αυτή συνθήκη από της εφαρμογής της, παρά τη σοβαρότητά της ως συνθήκη ειρήνης, κατέστη μία από τις χαρακτηριστικότερες παγκοσμίως. Καμία άλλη συνθήκη ή και απλό διπλωματικό έγγραφο στον κόσμο δεν υπέστη σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα τόσες μεταβολές, αναθεωρήσεις αλλά και αλλοιώσεις όσο αυτή.
Συνέπεια όλων αυτών ήταν το 1938 από την συνθήκη αυτή να ισχύουν ελάχιστοι όροι και ουσιαστικά μόνο όσοι είχαν να κάνουν με τις εδαφικές μεταρρυθμίσεις. Η Γερμανία από το 1938 έως το 1939 παραβίασε όλους τους εναπομείναντες όρους. Το τελευταίο βήμα ήταν η πλήρης ανατροπή της συνθήκης την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 με την κήρυξη του πολέμου κατά της Πολωνίας και την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Μερικοί άλλοι από τους όρους της συμφωνίας εις βάρος των Γερμανών, ήταν η σημαντική μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων, η αποστρατικοποίηση περιοχών και η απώλεια εδαφών της όπως η Αλσατία, η δυτικήΠρωσία, η Μαζουρία, το Danzig, το Πόζναν και των αποικιών της όπως το Καμερούν, τα νησιά Μάρσαλ και τμήματα της Νέας Γουινέας, της Σαμόα και της νοτιοδυτικής Αφρικής, η κατοχή των οποίων πέρασε στις συμμαχικές δυνάμεις
 Αυτή η συμφωνία που θεωρήθηκε  κείμενο βίας και ταπείνωσης, ουσιαστικά ένα και μόνο αποτέλεσμα είχε: Να τονώσει τη γερμανική λύσσα για ρεβάνς που λίπανε το έδαφος για να φυτρώσει ο Χίτλερ και να ανθίσει ο ναζισμός.
Και ενώ η η Γερμανία είχε άλλα σχέδια.
 -Οι εταίροι σχεδίαζαν την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ). Εγκαινιάστηκε πανηγυρικά στις 16 Ιανουαρίου του 1920
-Οι λογαριασμοί με την Αυστροουγγαρία των Αψβούργων έκλεισαν χάρη στις συνθήκες του Σεν Ζερμέν (10 Σεπτεμβρίου του 1919) και του Τριανόν (4 Ιουνίου του 1920). Η συνθήκη με τη Βουλγαρία υπογράφτηκε στο Νεϊγί (27 Οκτωβρίου του 1919) και με την Τουρκία στο Σαν Ρέμο (26 Απριλίου του 1920).
-Οι Ηνωμένες Πολιτείες προέκυψαν παγκόσμια οικονομική δύναμη με μοχλό τον αποικιακό εμπορικό επεκτατισμό που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στο κραχ του 1929. Η Βρετανία βρέθηκε παντοδύναμη αποικιακή θαλασσοκράτειρα αυτοκρατορία. Η Γαλλία έφτασε τα σύνορά της ως τον Ρήνο, εκπληρώνοντας τους αλυτρωτικούς της πόθους, κι απέκτησε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ευρώπης.
-Στην Αφρική δούλεψαν οι χάρακες και οι διαβήτες και η ήπειρος μοιράστηκε ακριβοδίκαια ανάμεσα στη Γαλλία και στη Βρετανία, που όμως τουμπάρισε τον εταίρο της στη μοιρασιά της Μέσης Ανατολής. Και η Ιταλία δεν μπορούσε να έχει κανένα παράπονο: Οι περιοχές του Τιρόλο, της Τεργέστης, της Ιστρίας, της Ζάρας, ακόμα και το Φιούμε και κάποια νησιά της Αδριατικής της ανήκαν. Κι εκείνη η Σασόνα, η πρώην ελληνική και μετέπειτα αλβανική. Προκειμένου να μπει στον πόλεμο, είχε πάρει την εντολή της προστασίας στην Αλβανία (1915) κι έφτασε ως την ιταλοαλβανική αμυντική συνθήκη του 1927.
-Στο Φιούμε, ένας τυχοδιώκτης Ντ’ Ανούντσιο κήρυξε την ανεξαρτησία (1919) για να επακολουθήσει η προσάρτηση του 1924. Είχε προηγηθεί η κατοχύρωση των Δωδεκανήσων με τη συνθήκη της Λοζάννης (1923) κι είχε ακολουθήσει η διείσδυση στη Δαλματία με τη συνθήκη του Νετούνο (1929). Ο φασισμός του Μπενίτο Μουσολίνι (από τις 30 Οκτωβρίου του 1922) την είχε οδηγήσει σταδιακά εναντίον της Αυστρίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Τουρκίας και της Γαλλίας, αλλά και σε εμπορικές συμφωνίες με τη Ρουμανία, την Ελλάδα και την Ουγγαρία.
-Η Γερμανία είχε ακρωτηριαστεί, ταπεινωθεί κι εξωθηθεί στην οικονομική εξόντωση. Και η Αυστροουγγαρία είχε διαμελιστεί περίπου στα «εξ ων συνετέθη». Από την απέραντη αυτοκρατορία των Αψβούργων είχε απομείνει η οικονομικά αφανισμένη δημοκρατία της Αυστρίας, η Γερμανική Αυστρία όπως αποκλήθηκε, περιορισμένη στη γη που κατείχαν τα πρώην αρχιδουκάτα Σαλτσβούργο, Φοράλμπεργκ, Στυρία και Βόρειο Τιρόλο, 83.800 τετραγωνικά χιλιόμετρα συνολικά, με 6.400.000 κατοίκους.
-Από τα σπλάχνα της πρώην αυτοκρατορίας είχε ξεπηδήσει το ανομοιογενές κράτος της Τσεχοσλοβακίας που συγκροτήθηκε από της περιοχές Βοημίας, Μοραβίας, κομματιού της Σιλεσίας, της Κάτω Αυστρίας και της Βόρειας Ουγγαρίας. Συνολικά 140.000 τετρ. χλμ. με 13.700.000 κατοίκους από τους οποίους 6,6 εκατ. Τσέχοι, 2,1 εκατ. Σλοβάκοι και 3,1 εκατ. Γερμανοί. Από τα ίδια σπλάχνα ξεπήδησε και η γειτονική Ουγγαρία, στα βαθύπεδα του Δούναβη και του Τάις, με έκταση 93.000 τετρ. χμ και πληθυσμό 7.900.000 κατοίκους.
-Εκτός από την Ιταλία, από τον διαμελισμό της Αυστροουγγαρίας ωφελήθηκαν η Πολωνία (πήρε Γαλικία και Ανατολική Σιλεσία, που θα αποτελούσαν το 40% του εδάφους της), η Ρουμανία (κληρονόμησε το ένα τρίτο της Βουκοβίνας, το Βανάτο και την Τρανσυλβανία) και η Γιουγκοσλαβία: Ενώθηκαν σ’ αυτήν, μαζί με την πρώην Σερβία και το Μαυροβούνιο, η Δυτική Στυρία, η Κράινα, η Δαλματία, η Σλοβενία, η Κροατία, η Βοσνία, η Ερζεγοβίνη και κομμάτι της Νότιας Ουγγαρίας. Τα αρχικά λιγότερο από 55 χιλιάδες τετρ. χλμ. της Σερβίας είχαν σχεδόν πενταπλασιαστεί κι είχαν γίνει 249.000 τετρ. χλμ. της Γιουγκοσλαβίας με 12.000.000 κατοίκους (από τους οποίους 6 εκατ. Σέρβοι, 3 εκατ. Κροάτες και 1 εκατ. Σλοβένοι) με αντιθέσεις και διαφορές στη θρησκεία, στο αλφάβητο και στην κουλτούρα, που προβλήθηκαν ευθύς εξαρχής:
-Οι Σέρβοι αναζήτησαν την προνομιακή τους θέση μέσα από τα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του αχνιστού ακόμα αίματός τους που είχε χυθεί στα πεδία των μαχών. Και οι Κροάτες και Σλοβένοι στον δυτικό τους πολιτισμό που σε τίποτα δεν είχε να κάνει με τους «κατσιαπλάδες» του Νότου. Η συνθήκη του Ραπάλο (12 Νοεμβρίου του 1920) με την Ιταλία όξυνε την κατάσταση, καθώς οι Κροάτες τη θεώρησαν εναντίον τους προδοσία και εμπόδιο για την εμπορική δραστηριότητα στην Αδριατική, ενώ οι Σέρβοι βολεύονταν με την Ελεύθερη Ζώνη που τους παραχωρήθηκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ήταν η εποχή που η Γιουγκοσλαβία, η Τσεχοσλοβακία και η Ρουμανία συνέπηξαν τη Μικρή Αντάντ (1920 - 1921), μια συμμαχία που σκοπό είχε να μη χαθούν τα οφέλη των χωρών αυτών, όπως προέκυψαν με το τέλος του πολέμου.
Προκλήθηκε η φοβερότερη πολεμική αναμέτρηση που γνώρισε η ανθρωπότητα (από την πλειονότητα των ιστορικών θεωρείται ως συνέχεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) και ο πρώτος αληθινά παγκόσμιος πόλεμος. Διάρκεσε από την 1η Σεπτεμβρίου1939 έως τις 2 Σεπτεμβρίου1945 και άφησε πίσω του πάνω από 60 εκατομμύρια νεκρούς.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου