Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Η μητέρα όλων των μαχών: Καλλιτεχνικός διευθυντής ή διοικητικό συμβούλιο;


Η σύγκρουση του Συμβουλίου με τον καλλιτεχνικό διευθυντή μοιάζει με επαναλαμβανόμενο μοτίβο που ισχύει σε πολλές περιπτώσεις πολιτιστικών οργανισμών. Τέσσερα από τα πρόσωπα που ανέλαβαν θεσμικές θέσεις στο πρόσφατο παρελθόν απαντούν: με ποιους όρους είναι δυνατή η «συγκατοίκηση» ενός παράξενου ζευγαριού;


«Δείχνουν απέναντί μου μια στάση εχθρική, που αγγίζει τα όρια της υπονόμευσης». «Αναβλητικότητα, γραφειοκρατία και απόσειση ευθυνών». «Περνάω άσχημα. Με δηλητηριάζει αυτή η ατμόσφαιρα». Είναι δυστύχημα που τέτοιες ατάκες δεν χώρεσαν σε καμία φεστιβαλική περφόρμανς. Θα ήταν «βγαλμένες από τη ζωή», θα έσταζαν από το δηλητήριο της ύπαρξης και θα είχαν την αυτοβιογραφική στάμπα κεντρικού παίκτη της πολιτιστικής ζωής. Με φεστιβαλικούς όρους, θα ήταν μία αυτοσχέδια παρλάτα εμπνευσμένη από το σύμπαν του Έντουαρντ Άλμπι. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ανελέητη για τον κορυφαίο πολιτιστικό θεσμό της χώρας. Με την πρόσφατη συνέντευξη Τύπου –απ' όπου και οι ατάκες- ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Ελληνικού Φεστιβάλ, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, τράβηξε την κόκκινη γραμμή που τον χωρίζει από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο «ξηλώθηκε» με απόφαση Κονιόρδου. Από την πλευρά του, το απερχόμενο Δ.Σ. ισχυριζόταν ότι «δεσμεύεται από την τήρηση του δημόσιου λογιστικού». Και γι' αυτόν το λόγο δεν είχε τη δυνατότητα να παρέχει γενναιόδωρα κονδύλια, όπως τις 29.000 ευρώ που ζήτησε ο διευθυντής για τα επαγγελματικά ταξίδια του φθινοπώρου.

«Αλαζονική συμπεριφορά, δίψα για εξουσία, διάθεση επιβολής και ψέματα». «Μη δημιουργική και οπισθοδρομική στάση». Η συγκατοίκηση μοιάζει στρωμένη με καλές προθέσεις και στο Εθνικό Θέατρο, όπου το Δ.Σ. (η πρώτη ατάκα) ανταλλάσσει αιχμές με τον καλλιτεχνικό διευθυντή Στάθη Λιβαθινό (η δεύτερη). Μόλις στις 9 Νοεμβρίου ο πρόεδρος του Δ.Σ. , Θανάσης Παπαγεωργίου, εκτόξευσε την τελευταία ρουκέτα με επιστολή του προς τον απελθόντα υπουργό Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά, όπου, εκτός άλλων, τον εγκαλούσε για μονομέρεια: «Η πληροφόρηση του απερχόμενου υπουργού γινόταν αυστηρά μονομερώς από τον καλλιτεχνικό διευθυντή και αυτό ονομάζεται ηρεμία. Φυσικά, αφού δεν έφτανε ποτέ στ' αυτιά του κανένας αντίλογος. Η τακτική του βοήθησε στην προσπάθεια να υποτιμηθεί η σημασία του διοικητικού συμβουλίου και του προέδρου του, επιβάλλοντας μια μονοκρατορία».


Η σύγκρουση του Συμβουλίου με τον καλλιτεχνικό διευθυντή μοιάζει με επαναλαμβανόμενο μοτίβο που ισχύει και σε άλλες περιπτώσεις πολιτιστικών οργανισμών. Η Βίκυ Μαραγκοπούλου έφυγε ύστερα από 21 χρόνια από τη διεύθυνση του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, αφού προηγουμένως έπεσε ουκ ολίγες φορές πάνω στις «δικλείδες ασφαλείας» που επικαλούνταν η δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση «Φάρις». Κάποτε έπρεπε να ξεπεράσει με επιχειρήματα ακόμη και την «κατάρα του αυτονόητου»: ότι η έδρα του Φεστιβάλ Χορού, που έμενε αναξιοποίητη επί τρία χρόνια, έπρεπε να βρίσκεται στην ευθύνη της καλλιτεχνικής διευθύντριας του φεστιβάλ. Μεγαλύτερη στήριξη από το Δ. Σ. περίμενε και ο Βασίλης Χριστόπουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών την περίοδο 2011 – 2014.



Εκτός εξαιρέσεων (στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου τα πνεύματα έχουν ηρεμήσει, μετά τις αλλαγές στη διοικητική δομή), η «μητέρα όλων των μαχών» στους πολιτιστικούς οργανισμούς της χώρας δίνεται ανάμεσα στους δύο πόλους εξουσίας. Το Δ.Σ. λειτουργεί ως «επόπτης» του προϋπολογισμού θέτοντας –όπως δικαιούται- δικλείδες ασφαλείας για την εκταμίευση κονδυλίων. Είναι, όμως, πολύ λεπτά τα όρια για να μην καταλήξει βραχνάς όσον αφορά το καλλιτεχνικό όραμα του διευθυντή.


Τέσσερα από τα πρόσωπα που ανέλαβαν θεσμικές θέσεις στο πρόσφατο παρελθόν –ανάμεσά τους, ο Γιώργος Κουρουπός, μέλος πλέον στο νέο Δ.Σ. του Ελληνικού Φεστιβάλ- απαντούν στο μεγάλο ερώτημα: με ποιους όρους είναι δυνατή η «συγκατοίκηση» ενός παράξενου ζευγαριού;



1. «Θεωρείτε ότι η επιλογή ενός διευθυντή πρέπει να έχει ως κριτήριο τη σύμπτωση απόψεων με το διοικητικό συμβούλιο, και το αντίστροφο;

2. Ποια διαδικασία επιλογής διευθυντή και Δ.Σ. θα προτείνατε ως ιδανική, για να αποφεύγονται παρόμοιες συγκρούσεις;

3. Θεωρείτε ότι υπάρχει όντως κίνδυνος υπερεξουσιών στον καλλιτεχνικό διευθυντή με βάση το ισχύον πλαίσιο;

4. Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίσατε ή έχετε αντιληφθεί κατά τη δική σας εμπλοκή;



Γιάννης Χουβαρδάς: «Χρειάζεται κοινή γλώσσα, όχι ταύτιση απόψεων»

Σκηνοθέτης, πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου



1. Ένα βασικό, αν όχι το βασικότερο, κριτήριο πρέπει να είναι η εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας εξασφάλιση της σύμπνοιας και της σύμπλευσης ανάμεσα στα δύο κυρίαρχα όργανα διοίκησης ενός κρατικού καλλιτεχνικού οργανισμού (διοικητικό συμβούλιο και καλλιτεχνικό διευθυντή) αλλά και ανάμεσα στα μέλη του ίδιου του Δ.Σ. Αν συμβαίνει αυτό, τότε ο οργανισμός λειτουργεί αρμονικά. Αν όχι, τότε είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα υπάρχουν εντάσεις, δυσλειτουργίες, καθυστερήσεις, συγκρούσεις, κανείς δεν θα καταφέρει να πραγματοποιήσει το όραμά του, όλες οι πλευρές θα υποφέρουν και, εν τέλει, ο οργανισμός δεν θα προσφέρει αυτά που μπορεί και πρέπει. Δεν μιλώ απαραίτητα για ταύτιση απόψεων, αυτό ίσως είναι κάτι ουτοπικό, αλλά τουλάχιστον για κοινό προσανατολισμό και κοινή γλώσσα.



Το μείγμα αρμοδιοτήτων στον ισχύοντα νόμο είναι σε γενικές γραμμές το σωστό και κρατά τις απαραίτητες ισορροπίες, δίνοντας στο Δ.Σ. όλες τις ασφαλιστικές δικλείδες ελέγχου του καλλιτεχνικού διευθυντή, ενώ ταυτοχρόνως επιτρέπει στον τελευταίο να πραγματοποιήσει το όραμά του



2. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής και το Δ.Σ. είναι, σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο (που, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται ελάχιστες, στοχευμένες παρεμβάσεις για να εκσυγχρονιστεί και να γίνει ακόμα πιο λειτουργικός, και πάντως όχι στην κατεύθυνση του περιορισμού των δήθεν «υπερεξουσιών» του καλλιτεχνικού διευθυντή), αλληλοσυμπληρούμενα όργανα με διακριτές αρμοδιότητες. Ούτε επικαλύπτονται, ούτε «καπελώνουν» το ένα το άλλο. Αυτό σημαίνει ότι, αφού δικαιωματικά το καλλιτεχνικό όραμα είναι του καλλιτεχνικού διευθυντή, τότε αυτός πρέπει να επιλέγεται πρώτος και το Δ.Σ. να ακολουθεί, η δε επιλογή του Δ.Σ. να γίνεται σε συνεννόηση με τον καλλιτεχνικό διευθυντή και η όλη διαδικασία να ολοκληρώνεται σε μια πρώτη κοινή συνεδρίαση των δύο οργάνων υπό την προεδρία του εκάστοτε υπουργού, στη διάρκεια της οποίας να τίθενται οι ευρύτεροι στόχοι και να δίνεται από όλους ο τόνος της σύμπλευσης.

Αν, όμως, η (όποια) πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού θεωρεί (όπως έχει κάθε δικαίωμα) ότι ο ισχύων νόμος χρειάζεται ριζική αναθεώρηση στη φιλοσοφία και στον τρόπο ανάθεσης των αρμοδιοτήτων, τότε οφείλει να αλλάξει πρώτα τον νόμο και ακολούθως να καλέσει τον καλλιτεχνικό διευθυντή της επιλογής της (και αντιστοίχως ένα Δ.Σ.) να τον αποδεχθεί και να εφαρμόσει την πολιτική του στο πλαίσιο του νέου νόμου.



3. Όπως υπαινίχθηκα και πιο πάνω, κατά τη δική μου άποψη οι «εξουσίες» που δίνονται από τον ισχύοντα νόμο σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν υπερβολικές. Είναι αρμοδιότητες που εξασφαλίζουν ότι ένα κρατικό θέατρο π.χ. μπορεί να διοικηθεί με συνοχή, αποτελεσματικούς ρυθμούς και, το κυριότερο, ότι η ευθύνη των αποφάσεων έχει συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο και δεν διαχέεται. Το μείγμα αρμοδιοτήτων είναι σε γενικές γραμμές το σωστό και κρατά τις απαραίτητες ισορροπίες, δίνοντας στο Δ.Σ. όλες τις ασφαλιστικές δικλείδες ελέγχου του και όλων των εκτελεστικών οργάνων, ενώ ταυτοχρόνως επιτρέπει στον καλλιτεχνικό διευθυντή να πραγματοποιήσει το όραμά του. Αν χρειάζεται κάποιες βελτιώσεις, είναι κυρίως στην κατεύθυνση της τεχνικής υποβοήθησης του ελεγκτικού ρόλου του Δ.Σ. και του καλλιτεχνικού έργου του καλλιτεχνικού διευθυντή – όπως π.χ. η θέσπιση οργανικής θέσης οικονομικού διευθυντή, ο οποίος να αναφέρεται τόσο στο Δ.Σ. όσο και στον καλλιτεχνικό διευθυντή, ή ο εκσυγχρονισμός δευτερευουσών διατάξεων και προβλέψεων που έχουν με την παρέλευση των ετών ξεπεραστεί από την πραγματικότητα.



Γιώργος Κουρουπός: «Θυμάμαι μέλη του Δ.Σ. να προτείνουν ακόμη και τραγουδιστές»

Συνθέτης, πρώην πρόεδρος στο Δ.Σ. της Λυρικής Σκηνής, πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών




1. Η καλή χημεία ανάμεσα στον καλλιτεχνικό διευθυντή και το Δ.Σ. δεν είναι θέμα επιλογής προσώπων αλλά πρωτίστως του νόμου που διέπει τη λειτουργία ενός φορέα. Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και να αντιμετωπίσω την περίπτωση του ελαττωματικού νόμου την πρώτη φορά που ανέλαβα πρόεδρος στο Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το 1981 επί Μελίνας Μερκούρη. Όταν ανέλαβα, έθεσα ως μοναδικό όρο στη Μελίνα την αλλαγή του νόμου μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και την ψήφιση νέου που θα συντασσόταν από μια επιτροπή Ελλήνων και ξένων με πείρα στη λειτουργία αντίστοιχων οργανισμών της Ευρώπης. Γνώριζα το πρόβλημα καλά, γιατί την εποχή εκείνη έγραφα πολλές μουσικές για το θέατρο και είχα πληροφορηθεί τα προβλήματα από τον Μίνωα Βολανάκη, που τα είχε ζήσει από πρώτο χέρι στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα, με δική του πρωτοβουλία είχε διατυπώσει τις βασικές αρχές ενός τέτοιου νόμου, μελετώντας τις περιπτώσεις ευρωπαϊκών φορέων.
Μετά από δύο χρόνια μεγάλης ψυχικής ταλαιπωρίας αποφάσισα να παραιτηθώ, γιατί θεωρούσα ότι η κατάσταση ήταν ανεπίτρεπτη και αφόρητη. Η Μελίνα, προς τιμήν της, παραδέχτηκε δημόσια ότι δεν μπόρεσε, για πολιτικούς λόγους, να αλλάξει τον νόμο (ενώ, φυσικά, είχαμε προ πολλού ετοιμάσει τον νέο).

Ωστόσο, στα τέλη του 1994, όταν ο Θάνος Μικρούτσικος, ως υπουργός Πολιτισμού, μου πρόσφερε την ίδια θέση, ήταν γνώστης της περιπέτειάς μου και επίμονος υποστηρικτής της αλλαγής του νόμου – ήταν ίσως και λίγο τυχερός. Το ζήτημα είναι ότι κατάφερε να ψηφιστεί ένας σωστός νόμος που αφορούσε όχι μόνο τη Λυρική Σκηνή, αλλά και το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ και την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, ακόμη και τη νεοσύστατη Ορχήστρα των Χρωμάτων.
Απ' ό,τι γνωρίζω και από τον ίδιο τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Λυρικής σήμερα, τον Μύρωνα Μιχαηλίδη, έκτοτε δεν υπήρξε στη Λυρική το παραμικρό τέτοιου τύπου πρόβλημα συνεργασίας ανάμεσα στον ίδιο και στον πρόεδρο ή τα μέλη του Δ.Σ.


Κανείς νόμος δεν μπορεί να σε προστατεύσει απολύτως από δύστροπους ή κακόβουλους ανθρώπους, από επιτήδειες παραβάσεις, υπερβάσεις, χτυπήματα κάτω απ' τη ζώνη, ακόμη και ηθικού ή ποινικού τύπου κολάσιμες πράξεις.


2. Το πρόβλημα της επιλογής των προσώπων είναι ασφαλώς βασικής σημασίας, γιατί κανείς νόμος δεν μπορεί να σε προστατεύσει απολύτως από δύστροπους ή κακόβουλους ανθρώπους, από επιτήδειες παραβάσεις, υπερβάσεις, χτυπήματα κάτω απ' τη ζώνη, ακόμη και ηθικού ή ποινικού τύπου κολάσιμες πράξεις. Ίσως γι' αυτό να είναι σωστή η ιδέα της ανάγκης ενός συμβουλευτικού σώματος από καταξιωμένους καλλιτέχνες και διανοούμενους που θα μπορούσαν να προστατεύσουν τον υπουργό από ατυχείς επιλογές. Πάντως, ο νόμος του 1994-95 προβλέπει ακόμα και την αποπομπή του καλλιτεχνικού διευθυντή, με προϋπόθεση μια ισχυρή πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. και τη σύμφωνη γνώμη του υπουργού Πολιτισμού. Αυτό ασφαλώς θα μπορούσε να προκύψει όχι μόνο λόγω εμπλοκών ή παραβάσεων, αλλά απλώς λόγω αποτυχίας του καλλιτεχνικού διευθυντή στο έργο που του ανατέθηκε. Αυτό που, όπως και να το δει κανείς, είναι απολύτως απαράδεκτο είναι η διακοπή της θητείας του καλλιτεχνικού διευθυντή με το «έτσι θέλω» κάθε φορά που αλλάζει ο υπουργός Πολιτισμού. Αυτό είναι έλλειψη... πολιτισμού! Ερώτηση: από ποιον θα έπρεπε αυτό να κολάζεται;



3. Δεν ξέρω εάν στους άλλους οργανισμούς έχουν υπάρξει τροπολογίες κι έχουν αλλάξει οι όροι λειτουργίας. Αν όχι, δεν νομίζω ότι ο νόμος του 1994-95 παρέχει υπερεξουσίες στον καλλιτεχνικό διευθυντή. Είναι ένας νόμος απόλυτα ισορροπημένος. Όταν, λοιπόν, οι αρμοδιότητες είναι ξεκάθαρες και δεν αλληλοκαλύπτονται, δεν υπάρχει περιθώριο τέτοιου τύπου συγκρούσεων.



4. Όταν ανέλαβα, αντιμετώπισα ιλαροτραγικές καταστάσεις, όπου το κάθε μέλος του Δ.Σ. θεωρούσε υποχρέωσή του να προτείνει, παράλληλα με τον καλλιτεχνικό διευθυντή, όχι μόνο έργο ή έργα της προτίμησής του αλλά και βασικούς τραγουδιστές και συντελεστές – προφανώς ο καθένας είχε τους λόγους του και ήταν συχνά προφανείς οι επιρροές από ενδιαφερόμενους καλλιτέχνες. Βεβαίως, ο ισχύων νόμος εν προέβλεπε κάτι τέτοιο, είχε ωστόσο κάποιες ασάφειες και κάποια κενά που μπορούσε κανείς να εκμεταλλευτεί.


Ολιβιέ Ντεκότ:«Δεν θεωρώ αναγκαία την σύμπτωση απόψεων»

Eπιθεωρητής της γαλλικής κυβέρνησης για την καλλιτεχνική δημιουργία και τις πολιτιστικές δράσεις - πρώην διευθυντής πολιτιστικών οργανισμών



1. Όχι, δεν θεωρώ αναγκαία τη σύμπτωση των απόψεων του καλλιτεχνικού διευθυντή και του διοικητικού συμβουλίου. Το πρωταρχικό είναι η ποιότητα της επιλογής του διευθυντή (είτε από το κράτος είτε από το Δ.Σ.) διότι ο διευθυντής είναι εκείνος που χαράζει την πολιτιστική πολιτική του κάθε οργανισμού. Οι διάφορες κρίσεις που πλήττουν τη διοίκηση πολλών ελληνικών πολιτιστικών οργανισμών καταδεικνύουν μια παράλογη κατάσταση, όπου ο διευθυντής βρίσκεται σε σύγκρουση με το διοικητικό συμβούλιο. Ήταν πραγματικά εξοργιστική η ρητορική που άκουσα στις πρόσφατες εκλογικές εκστρατείες πάνω στα προβλήματα που σχετίζονται με την «ενός ανδρός αρχή» του διευθυντή, η οποία θα έπρεπε, σύμφωνα με την ίδια ρητορική, να έχει ως έτερο πόλο εξουσίας το διοικητικό συμβούλιο: με τον τρόπο αυτό κυριολεκτικά διαστρεβλώνεται το ζήτημα.



2. Θα θυμίσω μια αυτονόητη βασική αρχή. Κάθε διορισμός εννοείται ότι πρέπει να γίνεται βάσει αυστηρά αξιοκρατικών κριτηρίων και να αποκλείονται πολιτικά-κομματικά κριτήρια ή κάθε άλλη παρέμβαση. Η θέση του διευθυντή θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα διεθνούς διαγωνισμού με σαφείς όρους που θα δεσμεύουν τόσο τον νέο διευθυντή όσο και το διοικητικό συμβούλιο. Κατ' εμέ, ο διευθυντής, ο οποίος διορίζεται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (με συμβόλαιο τουλάχιστον τριών ετών ή παραπάνω, όπως στην περίπτωση της Γαλλίας, που προβλέπεται πιο μακρόχρονη θητεία για μεγαλύτερους οργανισμούς, π.χ. πέντε έτη στις Βερσαλλίες και έξι έτη στην Όπερα του Παρισιού), αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο.



Κατά τη γνώμη μου, το Δ.Σ. δεν θα έπρεπε να είναι επιφορτισμένο με περαιτέρω εκτελεστική αρμοδιότητα: οφείλει να καθορίζει τη γενική γραμμή, να εγκρίνει το καλλιτεχνικό πρόγραμμα του διευθυντή, να εγγυάται τακτικά την ορθή εκτέλεση του προϋπολογισμού, να κάνει την επίβλεψη, με πλήρη ανεξαρτησία πνεύματος και, σε περίπτωση αποτυχίας, να διορθώνει σοβαρές δυσλειτουργίες. Το Δ.Σ. οφείλει να τίθεται στην υπηρεσία του θεσμού που έχει αναλάβει ο διευθυντής. Φυσικά, περιπλέκονται τα πράγματα όταν ο διευθυντής έχει μόνο καλλιτεχνικά καθήκοντα, κάτι που δεν θα συνιστούσα. Στη Γαλλία, τα συμβούλια συνεδριάζουν δύο φορές ετησίως, με τακτικές εναλλαγές στη σύνθεσή τους – αυτό μου φαίνεται ως ένα ορθό μέτρο. Βρίσκω επίσης παράλογο ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου να μπορεί (όπως ξέρω ότι συμβαίνει στα καταστατικά ορισμένων φορέων) να περιβληθεί με καλλιτεχνικές αρμοδιότητες: η σύγκρουση συμφερόντων αρμοδιοτήτων είναι παραπάνω από εμφανής, είναι πρόδηλη.



Κάθε διορισμός εννοείται ότι πρέπει να γίνεται βάσει αυστηρά αξιοκρατικών κριτηρίων και να αποκλείονται πολιτικά-κομματικά κριτήρια ή κάθε άλλη παρέμβαση.



3. Εάν τηρηθούν όλοι οι παραπάνω όροι, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος υπερεξουσιών. Αυτή η ευθύνη δεν πρέπει να αποδυναμώνεται από την ύπαρξη αντίθετου πόλου. Έχοντας επιλεγεί πρωταρχικά βάσει των ικανοτήτων και του σχεδίου του, και όχι με πολιτικά κριτήρια, ο διευθυντής είναι εκείνος που οφείλει να αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη του εκάστοτε θεσμού, για τον τρόπο αντιμετώπισης της οποίας θα κρίνεται στο τέλος της θητείας του, γεγονός που συνιστά και το κριτήριο για να αποφασίζεται η ανανέωσή της. Πρόκειται για ευθύνη πλήρη και ενιαία: πολιτιστική, διοικητική και οικονομική. Υπό αυτή την έννοια ο διευθυντής πρέπει να μπορεί να επιλέγει μόνος του τους στενότερους συνεργάτες του, που πρόκειται να είναι αρωγοί στο έργο από το οποίο θα κριθεί ο ίδιος.



4. Από τη μέχρι τώρα πείρα μου ως επικεφαλής διαφόρων πολιτιστικών οργανισμών, τόσο στη Γαλλία όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διαπίστωσα σε κάποιες περιπτώσεις την απουσία διαφάνειας και ξεκάθαρης κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ του διευθυντή και του Δ.Σ., με αποτέλεσμα οι οργανισμοί να οδηγούνται σε συλλογική αποτυχία. Ειδικότερα πιστεύω ότι μία από τις χειρότερες λύσεις, ίσως η πλέον νοσηρή, είναι εκείνη όπου ένα μέλος του συμβουλίου ασκεί, με τη συνενοχή του εν λόγω οργάνου, εκτελεστικές αρμοδιότητες. Τότε ανοίγουν δίοδοι για πάσης φύσεως καταχρήσεις και δυσλειτουργίες.



Βίκυ Μαραγκοπούλου:«Το Διεθνές Φεστιβάλ κατέληξε να ασχολείται με επετειακές τελετές, καρναβάλια και το κοινωνικό παντοπωλείο»

τέως καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας




1. Θεωρώ πως ένας θεσμός δεν μπορεί να λειτουργήσει και να προχωρήσει αν οι σχέσεις του διοικητικού συμβουλίου με τον καλλιτεχνικό διευθυντή είναι συγκρουσιακές, κάτι που, δυστυχώς, συμβαίνει συχνά. Για μένα, η σύμπτωση των απόψεων δεν είναι το ζητούμενο. Οι ρόλοι του καλλιτεχνικού διευθυντή και του Δ.Σ. είναι τελείως διαφορετικοί. Θα πρέπει να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο στην κατεύθυνση ενός κοινού στόχου και στην επιδίωξη ενός επιτυχημένου αποτελέσματος. Η συνεργασία πρέπει να διακρίνεται από εντιμότητα, καθαρότητα προθέσεων, εμπιστοσύνη, νομιμότητα και διαφάνεια, αλλά και χαρά και προσδοκία για να υπάρχει ένα αποτέλεσμα που να εμπνέει το κοινό και να προωθεί τα θέματα της τέχνης και τους καλλιτέχνες.
Αυτό που θεωρώ ακόμα πιο σημαντικό είναι ένας πολιτιστικός/καλλιτεχνικός θεσμός να θωρακίζεται από το ίδιο το θεσμικό του πλαίσιο. Η καταστατική φιλοσοφία και φυσιογνωμία του θεσμού πρέπει να είναι, καταρχάς, αποτέλεσμα εργασίας ανθρώπων του πολιτισμού με σύγχρονο και ανοιχτό πνεύμα.

Κανένα διοικητικό συμβούλιο δεν θα πρέπει να παρεμβαίνει σε αυτή την αρχική καταστατική φυσιογνωμία. Κρίσιμο ρόλο στον εκσυγχρονισμό και εμπλουτισμό αυτής της φιλοσοφίας μπορεί να παίξει ο καλλιτεχνικός διευθυντής και γι' αυτόν το λόγο πρέπει να τον αφήνουν ελεύθερο να αναπτύσσει και να υλοποιεί τις ιδέες του.

Το διοικητικό συμβούλιο, σε αυτή την περίπτωση, έχει τον κρίσιμο ρόλο να οργανώσει το διοικητικό, οικονομικό και οργανωτικό πλαίσιο και, φυσικά, το ελεγκτικό, προκειμένου να υλοποιείται το βασικό καταστατικό όραμα έτσι όπως εξειδικεύεται από τον καλλιτεχνικό διευθυντή – γι' αυτό άλλωστε κρίνεται και αξιολογείται σε τακτά χρονικά διαστήματα.



2. Καταρχάς, θεωρώ απαραίτητο και οι δύο αυτές επιλογές να βασίζονται αποκλειστικά και μόνο σε αξιολογικά κριτήρια. Τόσο ο καλλιτεχνικός διευθυντής όσο και τα μέλη του Δ.Σ. θα πρέπει να έχουν αποδείξει με το έως τότε έργο τους ή τη γενικότερη ενασχόλησή τους με τις τέχνες, τα γράμματα και την επιστήμη, ή με τις γενικότερες γνώσεις τους για την οργάνωση και λειτουργία ενός θεσμού –ιδιαίτερα καλλιτεχνικού– ότι προσφέρουν τα εχέγγυα για την καλή από κάθε άποψη απόδοση του οργανισμού, τον οποίο όλες οι πλευρές καλούνται να υπηρετήσουν. Τον κυρίαρχο ρόλο στην καλή συνεργασία παίζει το ειδικά μελετημένο, εκσυγχρονισμένο και με ανοιχτές προοπτικές εξέλιξης –που στην τέχνη είναι απαραίτητη προϋπόθεση– θεσμικό πλαίσιο, το οποίο πρέπει να προβλέπει με σαφήνεια και έμπνευση την όλη διαδικασία επιλογής προσώπων, καθώς και τους διακριτούς ρόλους των μελών του Δ.Σ. και του καλλιτεχνικού διευθυντή.



Το διοικητικό συμβούλιο έχει τον κρίσιμο ρόλο να οργανώσει το διοικητικό, οικονομικό και οργανωτικό πλαίσιο, και φυσικά το ελεγκτικό.



3. Όχι, δεν πιστεύω καθόλου ότι υπάρχει κίνδυνος υπερεξουσιών. Θεωρώ ότι τα τελευταία χρόνια καλώς έχει αναγνωριστεί και στην πράξη πόσο κομβικός είναι ο ρόλος του καλλιτεχνικού διευθυντή σε έναν πολιτιστικό οργανισμό. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής είναι αυτός που έχει τη μεγάλη ευθύνη για την πορεία κάθε θεσμού. Είναι αυτός που μπορεί να του δώσει την ώθηση, το «πέταγμα», όπως ακριβώς έχει αποδειχθεί από την πράξη.

Ο περιορισμός του ρόλου του καλλιτεχνικού διευθυντή δεν πιστεύω ότι θα θεραπεύσει τα προβλήματα που προκύπτουν. Μια σωστή επιλογή καλλιτεχνικού διευθυντή, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, απαλλαγμένη από τις όποιες κομματικές ή προσωπικές παρεμβάσεις και σκοπιμότητες, του οποίου το σχέδιο δράσης θα έχει γίνει εκ προοιμίου αποδεκτό –και ο απολογισμός του έργου θα γίνεται από γνώστες και με συγκεκριμένα κριτήρια–, όπως και η σταθερή συνεργασία μαζί του αποτελούν βασική προϋπόθεση για την επιτυχία των οραμάτων ενός πολιτιστικού φορέα.



4. Τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπισα και αφορούν ειδικά το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας απορρέουν από το γεγονός ότι δεν κατάφερε να λειτουργήσει ως αυτόνομος θεσμός.

Οι κατάλληλες συνθήκες για να ολοκληρωθεί και να αναπτυχθεί ο θεσμός στην πλήρη λειτουργία του, σύμφωνα με το καταστατικό της ίδρυσής του, δημιουργήθηκαν όταν το Φεστιβάλ ωρίμασε και ακόμα ολοκληρώθηκε και το Μέγαρο Χορού, που ήταν και το σημαντικότερο. Διότι, η αρχική σύλληψη ήταν το Φεστιβάλ να αποτελεί μεν την κεντρική δραστηριότητα του Διεθνούς Κέντρου Χορού Καλαμάτας, ταυτόχρονα όμως να αποτελεί το Κέντρο έναν σημαντικό περιφερειακό θεσμό για τον χορό στην Ελλάδα, με ετήσια λειτουργία και πολλές παράλληλες δράσεις. Δηλαδή, ετήσιο πρόγραμμα παραστάσεων, παραγωγές, φιλοξενίες καλλιτεχνών, ερευνητική εργασία κ.λπ., με τοπική, εθνική και διεθνή δραστηριότητα.

Το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας είχε αποκτήσει όλη τη γνώση και είχε κάνει όλη την προετοιμασία ώστε αυτό το μεγαλόπνοο σχέδιο να έχει τα εχέγγυα μιας επιτυχημένης λειτουργίας με μεγάλο όφελος για τη χώρα. Μη αποκτώντας την αυτονομία του, το Διεθνές Κέντρο Χορού Καλαμάτας και το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού περιορίστηκαν στο να αποτελούν ένα κομμάτι των διαφόρων δραστηριοτήτων από τις πολλές που διαχειρίζεται μια κοινωφελής δημοτική επιχείρηση –με ένα συμβούλιο που στη μεγάλη του πλειοψηφία ορίζεται και εξαρτάται από τη δημοτική αρχή–, όπως οι επετειακές τελετές του δήμου, οι καλλιτεχνικές σχολές, τα καρναβάλια, οι καλοκαιρινές συναυλίες και το ΔΗΠΕΘΕΚ, αλλά και οι κοινωφελείς δράσεις (κοινωνικό ιατρείο, παντοπωλείο και επαγγελματική κατάρτιση).

Ήταν πολύ δύσκολο, μέσα σε ένα τέτοιο δημαρχοκεντρικό πλαίσιο, να αναπτυχθεί ο θεσμός, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν υπήρχαν και σοβαρές διαφορές ανάμεσα στις αντιλήψεις του δημάρχου και του καλλιτεχνικού διευθυντή για την πορεία του θεσμού.

Επιπλέον, δε, να προσθέσω ότι ο «Καλλικράτης» και οι μνημονιακές δεσμεύσεις δυσκόλευαν, ως έναν βαθμό, τη δημιουργία αυτού του απαραίτητου, κατά τη γνώμη μου, νέου οργανισμού προκειμένου να αξιοποιηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο όχι μόνο το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας αλλά και όλο το πολιτιστικό κεφάλαιο που έχει αποκτηθεί όλα αυτά τα χρόνια.



Πηγή lifo.gr,Δημήτρης Δουλγερίδης

Αναρωτόμαστε , μήπως την ευθύνη για το μάνατζμεντ των πολιτιστικών οργανισμών, όπως είναι η θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή  να  δίνονταν, επιτέλους,  σε ανθρώπους που έχουν τέτοιες γνώσεις , όπως είναι οι μάνατζερ πολιτιστικών οργανισμών, όπως και αντίστοιχα για την οικονομία πολιτισμού ή την επικοινωνία του πολιτισμού, κ.λπ. σε επιστήμονες των αντίστοιχων επιστημονικών σπουδών.  
,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου