Ο Γιώργος Σεφέρης και η γενιά του, η πολύφερνη Γενιά του ’30, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του νεοελληνικού πολιτισμού: καθόρισαν εν πολλοίς το τι λογαριάζουμε ως ιστορία μας, ως παράδοσή μας, το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο. Δούλεψαν πολύ στο επίπεδο της «ιδεολογίας» – με την έννοια που έχει ο όρος στην κριτική θεωρία. Δεν είναι της παρούσης η αποτίμηση της επίδρασής τους, άλλωστε ο κριτικός αναστοχασμός πάνω στη Γενιά και στο θέμα της «ελληνικότητας» έχει γίνει από αρμοδιότερους και πιο καταρτισμένους.
Ο ίδιος ο Σεφέρης ακροβατούσε σε μια λεπτή γραμμή: από τη μια σίγουρος για την ανάγκη «εθνικού» χαρακτήρα στο έργο του κι από την άλλη αποστρεφόμενος τον ακραίο πατριδοκάπηλο εθνικισμό του επίσημου κράτους από τον Μεταξά και μετά, ζήτησε να γεφυρώσει την Ελλάδα και τη Δύση, εισάγοντας στα καθ’ ημάς ιδέες και τρόπους του μοντερνισμού και αντιπαραθέτοντας προς τα έξω τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, τον «ελληνικό ελληνισμό» (με την έννοια της μακραίωνης αλυσίδας) και τα ιδεώδη του ανθρωπισμού που τα έβρισκε στην παράδοσή μας και στον «καημό της Ρωμιοσύνης» (που την θεωρούσε ως γραμμή από τον Όμηρο ως τον εαυτό του).
Οι απόψεις του για την επανάσταση είναι σαφείς στο δοκιμιακό και ημερολογιακό του λόγο
Η Επανάσταση του ’21 ήταν για τον Σεφέρη ένα τέτοιο συναπάντημα Ελλάδας και Δύσης κι ένα σκίρτημα του νεοελληνικού πολιτισμού και του ανθρωπισμού του. Οι απόψεις του για την επανάσταση είναι σαφείς στο δοκιμιακό και ημερολογιακό του λόγο. Στην ποίησή του μόνο αντηχήσεις βρίσκουμε του πολέμου για την ανεξαρτησία. Δύο μόνο κι αυτές έμμεσες: Το δέκατο τρίτο απόσπασμα από το «Μυθιστόρημα» τιτλοφορείται «Ύδρα», το θρυλικό νησί της επανάστασης, και ο πρώτος του στίχος «Δελφίνια φλάμπουρα και κανονιές» βρίσκει πιθανώς την έμπνευσή του σε εορτασμό στον οποίο παρευρέθηκε ο ποιητής – η εικόνα όμως του φλάμπουρου και του κανονιού ευνοεί τους συνειρμούς: Μιαούλης, μπουρλοτιέρηδες, Επανάσταση.

Η δεύτερη και πιο σαφής καταγραφή είναι στη συλλογή «Ημερολόγιο καταστρώματος Β’» και στο ποίημα «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους». Οι δυο τελευταίοι στίχοι του: «– “Βοηθείστε μας.” / Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη». Σε ημερολογιακή σημείωση της 29.1.1940 (δημοσιευμένη στο τεύχος 98 του περιοδικού Αντί) ο Σεφέρης εξηγεί ότι η επίκληση σε βοήθεια αναφέρεται στο εξής συναίσθημα: «Είμαστε μόνοι. Μόνοι γυρεύοντας τον άνθρωπο». Και σε κατοπινό του δοκίμιο προσθέτει ότι η ράχη των Ψαρών δηλώνει «τις σκιές των ηρώων» (“Μια σκηνοθεσία για την Κίχλη”, Δοκιμές Β’, σελ. 40). Στη σκιά των ηρώων της Επανάστασης όπως την απαθανάτισε ο Σολωμός, ο σύγχρονος Έλληνας παλεύει μόνος.
Όσες φορές ο Σεφέρης αναφέρεται άμεσα ή έμμεσα στην Επανάσταση στα δοκίμια και τα ημερολόγιά του, πέρα από τις συνήθεις για την εποχή πατριωτικές διατυπώσεις (σημειώστε ότι πολλές από τις καταγραφές γίνονται στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου ο πατριωτισμός είναι ευεξήγητα οξυμένος λόγω του πολέμου), κάνει και μερικές καίριες παρατηρήσεις που μας βοηθούν να διαγνώσουμε τις απόψεις του. Μιλώντας για τον Κάλβο, ποιητή που ταυτίστηκε με την ελληνική Επανάσταση, ο Σεφέρης γράφει: «Η πατριωτική ποίηση ή, πιο σωστά, η ποίηση ενός μεγάλου αγώνα, που είναι και μεγάλος πόνος συνάμα, η ποίηση με την έννοια των “Περσών” του Αισχύλου ή του “Στα 200 π.Χ.” του Καβάφη, είναι νόμιμη, μ’ έναν όρο: Να μη θέλουμε να πιστεύουμε πως μια μέτρια υμνολογία είναι ποίηση επειδή ο αγώνας που εξυμνεί είναι ο δικός μας. Γιατί τότε δεν κάνουμε ποίηση, κάνουμε πολιτική.» (Πρόλογος για μια έκδοση των “Ωδών”, Δοκιμές Α’, σελ. 202). Ο Σεφέρης θεωρεί την Επανάσταση και μεγάλο αγώνα, αλλά και μεγάλο «πόνο» (πόνο της γέννας ίσως) και πάλι ανατρέχει στη διαχρονικότητα του ελληνισμού σαν αποκούμπι. Αλλά δε θεωρεί το ιδανικό του έθνους αρκετό για να ανυψώσει τη μέτρια τέχνη, δεν θα δεχτεί κάθε εθνεγερτικό τραγουδάκι ως ποίηση: η διαφοροποίησή του από την εθνικιστική δημαγωγία είναι σαφής.
Πάλι στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στο ιστορικό κείμενό του για τον Μακρυγιάννη (μια ούτως ή άλλως προβληματική προσωπικότητα), επισημαίνει: «“Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη” τραγουδούσε ο Σολωμός. Η ιδέα του ήταν αληθινή. Η ελληνική επανάσταση ήταν βγαλμένη από το μεδούλι των κοκάλων των ζωντανών Ελλήνων. Και γι’ αυτό πέτυχε, και γι’ αυτό δεν σταμάτησε και πραγματοποιείται σ’ όλο το 19ο αιώνα, και γι’ αυτό δεν τέλειωσε ακόμη η πραγματοποίησή της.
Η διαφοροποίησή του από την εθνικιστική δημαγωγία είναι σαφής
Ο σημερινός πόλεμος της πατρίδας μας – δεν είναι υπερβολή να το πούμε – είναι μια συνέχεια της επανάστασης του ’21. Γιατί δεν πρέπει να το ξεχνούμε: κάθε φορά που η φυλή μας γυρίζει προς το λαό, ζητά να φωτιστεί από το λαό, αναμορφώνεται από το λαό, συνεχίζει την παράδοση που μπήκε θριαμβευτικά στη συνείδηση του έθνους με την ελληνική επανάσταση. Ο αγώνας εκείνος ήταν ένα κοινωνικό, πολεμικό και πολιτικό γεγονός. Ήταν συνάμα και ένα πνευματικό γεγονός.» (Ένας Έλληνας – ο Μακρυγιάννης, “Δοκιμές Α'”, 241). Η ιδέα της «διαρκούς επανάστασης», που για τον Σεφέρη είναι συνδεδεμένη και με τον αγώνα του δημοτικισμού, έρχεται να φωτίσει τον τρόπο που βλέπει το ’21: σαν ξύπνημα της «φυλής» (ο όρος είναι δικός του), σαν την απαρχή ενός ανήφορου που ακόμη δεν έχει τελειώσει.
liberty-or-death
Λίγο παρακάτω στο ίδιο κείμενο σημειώνει: «Την αιτία της ελληνικής επανάστασης και του ολέθρου των τυράννων τη διατυπώνει ο Μακρυγιάννης με μια λέξη στο στόμα ενός αντιπάλου, όπως ο Αισχύλος βάζει τους εχθρούς να μιλούν για την καταστροφή στη Σαλαμίνα. “Θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε”». Εδώ, η αναφορά στον Τούρκο μπέη που αναγνωρίζει τη νίκη των Ελλήνων ως τιμωρία για την «ύβρι» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι βέβαια περισσότερο ένα ρητορικό σχήμα παρά μια σοβαρή κριτική θέση: ως γνωστόν οι Έλληνες έχασαν τον αγώνα του ’21 μετά την εμπλοκή των Αιγυπτίων με επικεφαλής τον Ιμπραήμ και η Επανάσταση κατατροπώθηκε. Άλλες δυνάμεις παρενέβησαν και οδήγησαν στην ανεξαρτησία. Αλλά ο Σεφέρης ενδιαφέρεται περισσότερο να αναδείξει την ιδεολογική σχέση ανάμεσα στον αγράμματο Μακρυγιάννη και τον Αισχύλο: αυτό ήταν το στοίχημα της γενιάς του άλλωστε.
Όχι ότι ο ποιητής παραγνωρίζει το ρόλο των ξένων στην απελευθέρωση. Τον υπονοεί ξεκάθαρα στην ακόλουθη ημερολογιακή καταγραφή: «Όσο και να λένε, η Ελλάδα δεν έζησε ποτέ της, είτε στον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης είτε τώρα, μια ζωή ανεξάρτητη από τη ζωή, ξεχωρισμένη από τη ζωή της Ευρώπης. Έζησε τη ζωή της μέσα στη ζωή της Ευρώπης, άλλοτε καλύτερα κι άλλοτε χειρότερα – θέλω να πω: άλλοτε με περισσότερη δύναμη, ζωντάνια, πρωτοτυπία (μεγαλοφυία ακόμη) και άλλοτε με λιγότερη» (“Μέρες Δ'”, σελ. 133, Παρασκευή, Σεπτέμβρης 1941). Η Ελλάδα είναι Ευρώπη λοιπόν, αυτό για τον Σεφέρη είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν θα στέκεται ισότιμα στην οικογένεια των λαών ή αν θα φορά το ρούχο του φτωχού συγγενή, του κακομοίρη.
Η Ελλάδα είναι Ευρώπη λοιπόν, αυτό για τον Σεφέρη είναι δεδομένο
Σε δυο διαλέξεις του, στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια στις αρχές του 1944, με θέμα την ελληνογαλλική πνευματική επικοινωνία, ο Σεφέρης σημειώνει και τα εξής όταν μιλάει για το τι ενώνει την Ελλάδα με τη Γαλλία: «…είναι η ζοφερή ειμαρμένη του Αντρέα Σενιέ που ξεκινά από το Βυζάντιο και αφανίζεται στη φωτιά της Επανάστασης και είναι η φωνή της Γαλλικής Επανάστασης που αναφλογίζει, δια στόματος του δικού μας Ρήγα Φεραίου, έναν ολόκληρο λαό που είναι έτοιμος να σπάσει τα δεσμά του» (Δυο πτυχές της πνευματικής επικοινωνίας Γαλλίας και Ελλάδας, “Δοκιμές Γ'”, σελ. 328).
Και λίγο παρακάτω: «Όταν κατά τα μέσα του 19ου αιώνα ο ελληνικός λαός ετοιμαζότανε να σπάσει τα δεσμά του, η χώρα που βρέθηκε πολύ φυσικά στο πλευρό του για να του δώσει τα φώτα της ήταν η Γαλλία … Είναι γνωστό ότι την ιδεολογική δομή της Επανάστασης του ’21 την έδωσαν οι ιδέες που προετοίμασαν τη Γαλλική Επανάσταση … Γιατί πράγματι, δεν υπάρχει απελευθερωτικό κίνημα, εκτός αν εννοούμε μ’ αυτή την έκφραση πραξικοπήματα υποκινούμενα από ξένα συμφέροντα, δεν υπάρχει αληθινό απελευθερωτικό κίνημα που να μην έχει γαλουχηθεί με ιδέες, που να μην έχει γίνει από λαό άξιο να αποδεχτεί και να εφαρμόσει τις ιδέες για τις οποίες αγωνίζεται. Ο ελληνικός λαός καλλιέργησε την ιδέα της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με μιαν αφανή μακροχρόνια διαδικασία. Έρχεται ύστερα, στα ξαφνικά, η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου – βροχή οι ιδέες ξεκινούν απ’ τη Γαλλία κι έχουν στη χώρα μας τρομαχτικό αντίχτυπο.» (στο ίδιο, σελ. 342).
Συνεχίζει απαριθμώντας τον Κοραή, τον Κάλβο και τον Ρήγα Φεραίο ως δείγματα των Ελλήνων διανοουμένων που μπολιάστηκαν με τις «αρχές της δικαιοσύνης και της ηθικής» που η Γαλλική Επανάσταση συμβόλισε. Εδώ, ο ποιητής είναι σαφής: δεν είναι ο ελληνισμός αυτόφωτος, απομονωμένος, με τους καημούς του και το ξεχωριστό ριζικό του. Είναι μπολιασμένος με τη Δύση, τις ιδέες της και ζει τη σύγχρονη ζωή του με την επίδρασή της. Η περίφημη «ελληνικότητα» περιέχει τη Δύση και η Επανάσταση του ’21 ανήκει στο ψηφιδωτό των σύγχρονων επαναστάσεων. Ο ρόλος της ιδεολογίας, τον οποίο εξαίρει στο παραπάνω απόσπασμα ως καθοριστικό (το εποικοδόμημα που επηρεάζει διαλεκτικά τη βάση, θα λέγαμε με άλλο λεξιλόγιο) είναι ένα σημείο κρίσιμο και για τις σεφερικές σπουδές: τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα για τη σεφερική ποίηση είναι αυτά που αναφέρονται στην ιδεολογία της. Αλλά από δω ανοίγει άλλη συζήτηση.
ελculture..gr