Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

«Ο φασισμός απλώνεται σαν δηλητήριο στην Ευρώπη»

Αν ζούσε σήμερα ο Κάλβος (που έγραψε «Καλήτερα, καλήτερα διασκορπισμένοι οι Ελληνες (...) ψωμοζητούντες· παρά προστάτας 'νάχωμεν»), θα τον περιλάμβαναν τα πρωινάδικα και θα τον εξευτέλιζαν. Θα του 'λεγαν «είσαι προδότης και υπερβολικός»


«Τι είναι ο φασισμός; Μα ο γκροτέσκο διαχωρισμός των ανθρώπων σε αναλώσιμους -όπως η οικογένεια από τη Συρία που θαλασσοπνίγηκε- και σε εκλεκτούς -όπως ο τροϊκανός που πάει για σκι, κι όταν επιστρέψει θα πει το «χρησμό» του κι εμείς θα κρεμαστούμε απ' τα χείλη του και θα τρέμουμε αν θα γλιτώσουμε τα σπίτια και τις συντάξεις μας», λέει με αγανάκτηση η Κάτια Γέρου, η οποία, σε μια συγκινητική, ώριμη, «γήινη» ερμηνεία, ενσαρκώνει την αστοιχείωτη, αγαθή Αντονιέτα, κινηματογραφικό ρόλο που υποδύθηκε η Σοφία Λόρεν, δίπλα στον Γκαμπριέλε-Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, στο «Μια ξεχωριστή μέρα» του Ετορε Σκόλα.
Η Κάτια Γέρου-Αντονιέτα στην αγκαλιά του Γκαμπριέλε-Νίκου Νίκα, στη σκηνή του «Scrow» Στο φόντο τρέχουν επίκαιρα στιγμιότυπα από την επίσκεψη του Χίτλερ στον Μουσολίνι (Ρώμη, 1938) Η Κάτια Γέρου-Αντονιέτα στην αγκαλιά του Γκαμπριέλε-Νίκου Νίκα, στη σκηνή του «Scrow» Στο φόντο τρέχουν επίκαιρα στιγμιότυπα από την επίσκεψη του Χίτλερ στον Μουσολίνι (Ρώμη, 1938)Η θεατρική μεταφορά της κλασικής πλέον ταινίας, που μιλάει για την ποίηση που μπορεί να έχει η ζωή ακόμα και μέσα στο κέλυφος της αποπνικτικής μεγάλης βαριάς ιστορίας, όταν ο φασισμός ήταν αποδεκτός απ' την ευρεία βάση της ιταλικής κοινωνίας, παρουσιάζεται στο θέατρο «Scrow» (με τη σκηνοθετική υπογραφή του Βασίλη Νικολαΐδη).
1938. Οι δρόμοι της Ρώμης είναι πλημμυρισμένοι από τα στίφη των Ρωμαίων πολιτών που θέλουν να πανηγυρίσουν για την επίσκεψη του Χίλτερ στο σύμμαχο Ντούτσε. Ο Γκαμπριέλε (στο «Scrow» τον υποδύεται ο Νίκος Νίκας) διώκεται λόγω της ομοφυλοφιλίας του και των αντιφασιστικών πολιτικών πεποιθήσεών του. «Οι αθλιότητες που μπορεί να επινοήσει το τυφλωμένο μυαλό των ανθρώπων δεν έχουν τέλος. Και τότε και τώρα και πάντα», διαπιστώνει η ηθοποιός.
Μέσω της Αντονιέτας, αγράμματης μητέρας έξι παιδιών, που λατρεύει τον Μουσολίνι, μιας λαϊκής γυναίκας «λυπημένης και καταπιεσμένης, αλλά ταυτόχρονα με απίστευτη συναισθηματική ευφυΐα και ευαισθησία», ο Σκόλα, υποστηρίζει η Κάτια Γέρου, μιλά «για το μέσο άνθρωπο που εύκολα μπορεί να πλανηθεί και να πιστέψει σ' έναν δικτάτορα, να γίνει οπαδός, παρ' όλο που η φύση του είναι καλή και ευγενική. Και βέβαια ο Σκόλα συνδέει αυτήν την ευπιστία με την έλλειψη παιδείας».
- Τι είναι αυτό που τελικά συνδέει αυτούς τους τόσο διαφορετικούς ανθρώπους, κυρία Γέρου;
«Η μοναξιά τους. Η απελπισμένη τους ανάγκη για επικοινωνία, που τους κάνει τόσο διαθέσιμους και ανοιχτούς, ώστε μέσα σε μια μέρα όλα τους τα ταμπού να καταρρεύσουν μ' έναν εκκωφαντικό και θριαμβευτικό θόρυβο».
- Πολιτικά πώς συνδέεται το έργο με το παρόν; Το 1938 το να είσαι φασίστας είναι ο κανόνας. Σήμερα είναι το πρόβλημα.
«Υπάρχει κοινό σημείο: και τότε και τώρα θριαμβεύουν οι δυνάμεις του κακού. Ο φασισμός πάει πιο πέρα απ' τη συγκεκριμένη ιδεολογία του. Η ιστορία του Σύρου πατέρα με τα τέσσερα παιδιά του που πνίγηκαν στη Λευκάδα είναι η νίκη ενός ευρύτερου φασισμού που απλώνεται σαν δηλητήριο στον πλανήτη και δημιουργεί κοινωνίες χωρίς κανόνες, χωρίς ηθική».
- Τι σας φοβίζει περισσότερο μέσα σε μια κοινωνία, όπως η ελληνική, που εκφασίζεται ραγδαία; Η βία που σιγοβράζει φτάνοντας και στα φονικά; Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής που δεν πέφτουν; Η κρατική βία; Η καταστολή; Η εγκληματική ανικανότητα των κυβερνώντων; Η ατιμωρησία τους;
«Η ατιμωρησία των εκάστοτε κυβερνώντων. Κι όχι για λόγους εκδίκησης. Αλλά για το πώς θα σχεδιαστεί το οποιοδήποτε μέλλον αυτής της χώρας. Ποιος χρέωσε και τα τρισέγγονά μας; Γιατί δανειστήκαμε υπέρογκα ποσά; Πού πήγαν τα χρήματα των δανείων; Μιλώ, δηλαδή, για το στοιχειώδη λογιστικό έλεγχο. Από όσα που παραθέσατε αυτό που με φοβίζει πολύ περισσότερο είναι ο αβίωτος βίος».
                         
- Τι εννοείτε;
«Ζούμε επτά, οκτώ, εννιά δεκαετίες, αν είμαστε τυχεροί. Τόσο λίγος χρόνος, τόσο λίγος! Σ' αυτό το διάστημα πρέπει να πάω στο συσσίτιο για το φαΐ μου, στο κοινωνικό ιατρείο για τα φάρμακά μου και τα παιδιά μου να ξενιτευτούν; Ποιοι έκαναν αυτόν το σχεδιασμό και πώς κοιμούνται τα βράδια; Αγαπούσα το χειμώνα από παιδί, όπως και τη βροχή. Ισως επειδή στο Αγρίνιο, όπου γεννήθηκα, έβρεχε συνέχεια, τώρα με τρομάζει να σκέφτομαι τα σλίπινγκ μπαγκ κάτω από τα υπόστεγα.
»Και κάτι ακόμα. Με τρομάζει να "χρωστάω". Σκέφτομαι τον ιδρυτή της σχολής του Σικάγου, τον Φρίντμαν, που και Νόμπελ πήρε και προσωπικός φίλος του Πινοσέτ ήταν και τον πλανήτη καταχρέωσε και φτωχοποίησε με τις θεωρίες του περί ελεύθερης αγοράς. Και σκέφτομαι τις γιαγιάδες και προγιαγιάδες μας που πλένοντας σκάλες και μην "απλώνοντας τα πόδια πέρα απ' το πάπλωμα" -τι απίστευτα ποιητική φράση!- έκτισαν από δυο σπίτια και σπούδασαν τα παιδιά τους μη χρωστώντας σε κανέναν! Αυτές θα 'πρεπε να είχαν πάρει το Νόμπελ Οικονομίας κι όχι οι οικονομικοί δολοφόνοι».
- Μετά το ντου των ΜΑΤ στην κατάληψη της ΕΡΤ κάποιοι θυμήθηκαν τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο. Δεν είναι υπερβολικό;
«Τα γεγονότα της ΕΡΤ είναι τρομακτικά. Θυμίζουν λογικές βομβαρδισμών. Επειδή κατά τη γνώμη μου έχεις πρόβλημα -ίσως και πραγματικό- σε ισοπεδώνω και μετά σε "ανοικοδομώ". Πραγματικά δεν καταδέχομαι να κρίνω ποια σκέψη είναι υπερβολική και ποια όχι. Δεν καταδέχομαι να πάρω "μεζούρα". Υπερβολή είναι αυτά που συμβαίνουν, όχι οι σκέψεις και οι συνειρμοί. Ας θυμηθούμε τον Κάλβο: "Καλήτερα, καλήτερα/ διασκορπισμένοι οι Ελληνες/ 'να τρέχωσι τον κόσμον,/ με εξαπλωμένην χείρα/ ψωμοζητούντες/ Παρά προστάτας 'να χωμεν". Ηταν υπερβολικός; Αν ζούσε σήμερα, θα τον περιλάμβαναν τα πρωινάδικα και τα μεσημεριανάδικα και θα τον εξευτέλιζαν. Θα του 'λεγαν: "Σαμποτάρεις την προσπάθεια του κράτους να βρει διεθνείς συμμάχους; Είσαι προδότης και υπερβολικός!"».
- Το θέατρο έχει κάποια -οποιαδήποτε- δύναμη στους ταραγμένους καιρούς που ζούμε;
«Λέει ο Ταρκόφσκι: "Αν η τέχνη μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο και να τον κάνει καλύτερο, ο κόσμος θα ήταν γεμάτος αγγέλους". Αλλά κυνηγώντας το ανέφικτο, ως ρεαλιστές, ελπίζουμε στις κρυφές δυνάμεις των ανθρώπων που αντιστέκονται στα αυτονόητα. Οπως ο Ντάριο Φο που διέσχιζε την Ιταλία μιλώντας εναντίον του φασισμού. Ομως το πλήρωσε. Η γυναίκα του Φράνκα Ράμε υπέστη ομαδικό βιασμό από φασίστες. Οπως ένας σπουδαίος Αλγερίνος σκηνοθέτης που περιόδευε στη χώρα του με έργα εναντίον του φονταμενταλισμού και τον δολοφόνησαν. Οπως ο Λόρκα, κι αυτόν τον δολοφόνησαν. Οπως ο Πίτερ Μπρουκ που ταξίδεψε από την Αφρική μέχρι το Ιράν, ανανεώνοντας το θέατρο, ή ο Κάρολος Κουν που μέσα στα αποκαΐδια της χώρας έφτιαξε ένα θαύμα. Καλό θέατρο διαθέτουμε, γερούς ηθοποιούς έχουμε. Μπορούμε να κάνουμε την υπέρβαση; Δεν ξέρω, μπορεί. Αν μπούμε σε σχολεία και φυλακές, σε υποβαθμισμένες γειτονιές, αν ανανεώσουμε τα θέματά μας και τη φόρμα μας, τότε το θέατρο μπορεί να έχει δύναμη. Πολλές φορές σκέφτομαι, έχει αυτό που κάνω καμία χρησιμότητα; Με παρηγορεί η σκέψη ότι ίσως κάποιος συγκινηθεί και χαρεί. Δεν το υποτιμώ καθόλου αυτό. Εύχομαι όμως το θέατρο να μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω και τα μέσα έξω».
ΠΗΓΗ: Enet.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου