Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Για την επιβίωση των Ισλανδών, Ο Πόλεμος του Βακαλάου

Από τότε που άρχισε η εγκατάσταση του ανθρώπου στο νησί της Ισλανδίας, το μεγαλύτερο μέρος της αρχέγονης βλάστησης και των αρχέγονων δέντρων της χώρας, καταστράφηκαν. Από τα αρχικά χώματα, περίπου, τα μισά έχουν παρασυρθεί, λόγω της διάβρωσης του εδάφους, στον ωκεανό.
Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν οι άλλωτε καταπράσινες περιοχές, στις οποίες έζησαν οι Βίκινγκς, πλέον αποτελούν νεκρές καστανόχρωμες ερήμους.
Τέσσερα στοιχεία συνιστούν το περιβάλλουν της Ισλανδίας: οι ηφαιστιακές φωτιές, ο πάγος, το νερό και ο αέρας.
Οι πρώτοι άποικοι του νησιού ενθουσιάστηκαν όταν είδαν τα γονιμά καταπράσινα εδάφη, με τα μεγάλα δέντρα, δεν πρόσεξαν όμως τις ιδιαίτερες συνθήκες του περιβάλλοντος του νησιού. Η χρήση των εδαφών από τους αποίκους με τρόπο που δεν επέτρεψε την βιώσιμότητά του, όπως και η ευπάθεια  των εδαφών του νησιού, είχε ως αποτέλεσμα τα εδάφη αυτά να μην μπορούν να συντηρίσουν τους κατοίκους του νησιού.
Έτσι από τον Μεσαίωνα και μετά η οικονομία της Ισλανδίας στηριχθηκε βασικά στην ανάπτυξη του εμπορίου αποξηραμένων ψαριών (βακαλάου), αλιευμένων σε ισλανδικά ύδατα.
Εφόσον η Ισλανδία δεν διέθεται μεγάλα δέντρα για να χρησιμοποιηθούν για ναυπήγηση πλοίων, τα ψάρια αλιεύονταν και εξάγονταν από πλοία που ανήκαν σε ξένους, Νορβηγούς, Άγγλους, Γάλλους, Ολλανδούς. Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Ισλανδία άρχισε να αναπτύσει δικό της στόλο,και παρουσίασε εκρηκτική ανάπτυξη στην αλιεία σε βιομηχανική κλίμακα. Μέχρι το 1950 περισσότερο από το 90 % των συνολικών εξαγωγών της Ισλανδίας ήταν θαλασσινά προιόντα.Ο αστικός πληθυσμός της είχε ξεπεράσει τον αγροτικό. Η Ισλανδία από το 1923, ήταν η πιο αστικοποιημένη χώρα της σκανδιναβίας, με τον μισό πληθυσμό της στην πρωτεύουσα Ρεκιαβικ.
Η θάλασσα και τα ψάρια της έγιναν η κύρια οικονομική πηγή για τους κατοίκους της Ισλανδίας.
Η διεκδίκηση, η διατήρηση και η επέκταση της θαλάσσιας περιοχής για αλίευση είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων αντιπαραθέσων μεταξύ της Ισλανδίας και της Μ.Βρετανίας, που πήραν την ονομασία "Οι πόλεμοι του βακαλάου".
  
Με αυτό τον περιφραστικό όρο εννοούμε μια σειρά αντιπαραθέσεων μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Ισλανδίας, που κράτησε σχεδόν ένα αιώνα (1893-1976) και αφορούσε κυρίως τα αλιευτικά δικαιώματα στην ανοικτή θάλασσα του Βόρειου Ατλαντικού. Είναι αυτό που σήμερα ονομάζουμε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.
Η αντιπαράθεση μεταξύ των ψαράδων, αλλά και των πολεμικών σκαφών των δύο χωρών, ήταν έντονη και πολλές φορές έφθασε στα όρια της σύρραξης. Πάντοτε, όμως, η μικροσκοπική Ισλανδία κατάφερνε να επιβάλει τη θέλησή της απέναντι στην άσπονδη φίλη και σύμμαχό της στο ΝΑΤΟ, Μεγάλη Βρετανία.
Καθώς τα αλιεύματα συνεχώς μειώνονταν, οι ψαράδες αναζητούσαν νέες θαλάσσιες περιοχές, πολλές από τις οποίες ανήκαν στη δικαιοδοσία και την κυριαρχία άλλων κρατών, ξένων προς αυτούς. Η χρησιμοποίηση του ατμού στα πλοία το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα τούς έδωσε ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Μεγάλη Βρετανία και Ισλανδία εξαρτούσαν πολλά από την αλιεία, κυρίως η Ισλανδία, της οποίας το 25% του εργατικού δυναμικού ήταν ψαράδες.
Ο «Πρώτος Πόλεμος του Βακαλάου» καταγράφεται το 1893, όταν η Δανία, που κατείχε τότε την Ισλανδία, επέβαλε αλιευτικό όριο 13 ναυτικών μιλίων (24 χιλιομέτρων) γύρω από τις ακτές της για τα ξένα πλοία. Οι βρετανικές μηχανότρατες αψήφησαν την απαγόρευση, αλλά το δανικό ναυτικό επέδειξε αποφασιστικότητα και απάντησε με κατασχέσεις πλοίων και μεγάλα πρόστιμα στους ναυτικούς. Η βρετανική κυβέρνηση, φοβούμενη ότι διακυβεύεται το μέλλον της αλιευτικής της βιομηχανίας, ήλθε με βαριά καρδιά σε συμφωνία με τη Δανία. Τα βρετανικά πλοία θα μπορούσαν να προσορμίζονται στην Ισλανδία, αλλά δεν μπορούσαν να ψαρεύουν μέσα στην απαγορευμένη ζώνη των 13 ναυτικών μιλίων.
Όταν η μηχανότρατα «Caspian» το 1899 παραβίασε τη συμφωνία, η αντίδραση των Δανών ήταν άμεση. Το πλοίο κανονιοβολήθηκε και υπέστη σοβαρές ζημιές, ενώ ο πλοίαρχός του δέθηκε στο μεσαίο κατάρτι ενός δανικού πολεμικού πλοίου και οδηγήθηκε στις Φαρόες Νήσους, όπου δικάσθηκε σε φυλάκιση 30 ημερών για παράνομη αλιεία. Το γόητρο της Γηραιάς Αλβιόνας «τσαλακώθηκε». Οι διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες παρέμειναν άλυτες, μέχρι το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (1914), που καταλάγιασε εξ ανάγκης την αντιπαράθεσή τους.
Ο «Δεύτερος Πόλεμος του Βακαλάου» διήρκεσε από την 1η Σεπτεμβρίου έως τις 12 Νοεμβρίου 1958. Η αφορμή δόθηκε από την απόφαση της ισλανδικής κυβέρνησης να επεκτείνει την αλιευτική ζώνη της από τα 4 στα 12 μίλια. Η Μεγάλη Βρετανία ανακοίνωσε ότι τα αλιευτικά της θα συνεχίσουν να ψαρεύουν σε τρεις περιοχές της απαγορευμένης ζώνης με τη συνοδεία πολεμικών. Η ακτοφυλακή της Ισλανδίας αντέδρασε, με αποτέλεσμα να συμβούν μια σειρά από επεισόδια μεταξύ των πλοίων των δύο χωρών, ορισμένα και με τη χρήση πυρών. Στο τέλος, οι Ισλανδοί κέρδισαν και αυτό τον γύρο και κατοχύρωσαν το δικαίωμά τους.Την 1η Σεπτεμβρίου 1972 οι Ισλανδοί προκάλεσαν για μία ακόμη φορά τους Βρετανούς, επεκτείνοντας την αποκλειστική οικονομική ζώνη τους στα 50 ναυτικά μίλια (92,6 χιλιόμετρα). Ήταν η απαρχή του «Τρίτου Πολέμου του Βακαλάου», που κράτησε ως τις 8 Νοεμβρίου του 1973. Κατά τη διάρκεια του «πολέμου» οι Ισλανδοί χρησιμοποίησαν το μυστικό τους υπερόπλο, που τελικά έγειρε υπέρ τους την πλάστιγγα του «πολέμου». Ήταν ένας μηχανισμός, που κατασκεύασε ο διοικητής της Ακτοφυλακής Πέτουρ Σίγκουρσον, και έκοβε τα δίχτυα των ψαράδων, προκαλώντας τους ανυπολόγιστες ζημιές.
Στις αρχές του 1973 οι Βρετανοί είχαν κάποιες επιτυχίες, όταν δύο πολεμικά τους διεμβόλισαν ισάριθμα ισλανδικά. Οι Ισλανδοί με ένα πολιτικό ελιγμό απείλησαν ότι θα εγκαταλείψουν το ΝΑΤΟ και στις 16 Σεπτεμβρίου ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας, Γιόζεφ Λουνς, έφθασε εσπευσμένως στο Ρέικιαβικ για συνομιλίες. Στις 3 Οκτωβρίου, η Μεγάλη Βρετανία πείστηκε να αποσύρει τα πολεμικά της και στις 8 Νοεμβρίου 1973 οι δύο πλευρές ήλθαν σε συμφωνία. Τα βρετανικά αλιευτικά θα εισέρχονταν σε συγκεκριμένες περιοχές της αποκλειστικής ζώνης των 50 μιλίων, αλλά δεν θα μπορούσαν να αλιεύουν περισσότερους από 130.000 τόνους ψαριών τον χρόνο.
Η συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών εξέπνευσε το 1975, οπότε ξέσπασε ο «Tέταρτος Πόλεμος του Βακαλάου». Η Ισλανδία επεξέτεινε την αποκλειστική οικονομική ζώνη της στα 200 ναυτικά μίλια (370 χιλιόμετρα). Η Μεγάλη Βρετανία για μια ακόμη φορά δεν το αποδέχθηκε και προέτρεψε τους ψαράδες της να την παραβιάζουν. Οι Ισλανδοί συνέχιζαν να προκαλούν μεγάλες ζημιές στους Βρετανούς με τον «κόφτη διχτυών», αλλά και με τον διεμβολισμό των πλοίων τους.Το σοβαρότερο περιστατικό έγινε πολύ κοντά στις ισλανδικές ακτές, όταν τρία βρετανικά ρυμουλκά προσπάθησαν να διεμβολίσουν ένα ισλανδικό πλοίο της ακτοφυλακής. Αυτό ανταπέδωσε με πυρά και τα τρία ρυμουλκά αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν. Η Ισλανδία προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κατηγορώντας τη Μεγάλη Βρετανία για παραβίαση της εθνικής της κυριαρχίας. Την ίδια στιγμή, η Ισλανδία προσπάθησε να προμηθευθεί πλοία από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να βελτιώσει τις επιχειρησιακές δυνατότητες του στόλου της. Όταν η Ουάσιγκτον της το αρνήθηκε, το Ρέιϊκιαβικ στράφηκε προς τη Σοβιετική Ένωση.
Στην κορύφωση της κρίσης, η Ισλανδία με ένα ακόμη πολιτικό ελιγμό, απείλησε ότι θα κλείσει τη νατοϊκή βάση στο Κεφλάβικ, προκαλώντας ανατριχίλα στην Συμμαχία, η οποία έβλεπε να μειώνεται η ικανότητά της να αντιπαρατεθεί με τη Σοβιετική Ένωση στον Βόρειο Ατλαντικό. Το τελευταίο ναυτικό επεισόδιο έλαβε χώρα στις 6 Μαΐου 1976, με «θύμα» ένα ισλανδικό πολεμικό, που έπαθε σοβαρές ζημιές. Ήταν η τελευταία πράξη του Πολέμου των Βακαλάου. Τα μεσάνυχτα, τα βρετανικά πολεμικά αποσύρθηκαν από τη ζώνη των 200 μιλίων, κατόπιν πιέσεων της Ουάσιγκτον και του ΝΑΤΟ, που δεν ήθελαν να χάσουν ένα πολύτιμο σύμμαχο όπως ήταν η Ισλανδία.
Η διαμάχη μεταξύ των δύο χωρών λύθηκε οριστικά με το νέο Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, που τέθηκε σε ισχύ στις 14 Νοεμβρίου 1994 και προβλέπει, μεταξύ άλλων, Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη 200 ναυτικών μιλίων στην ανοιχτή θάλασσα για κάθε παράκτιο κράτος.
ΠΗΓΕΣ: 1. Diamond,J. Κατάρρευση, Πως κοινωνίες επιλέγουν να αποτύχουν ή να επιτύχουν,Εκδ, κατοπτρο, 2005
2. Σαν Σήμερα. gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου