Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Νουβέλ Βαγκ: Όταν η 7η Τέχνη γύρισε σελίδα (Μέρος 1ο)

Στα τέλη της δεκαετίας του '50 μία νέα τάση κάνει την εμφάνιση της στον ευρωπαικό κινη­ματογράφο και συγκεκριμένα στη Γαλλία. Το νέο αυτό ρεύμα κινηματογράφησης στρέφεται ενάντια στον μέχρι τότε παρα­δοσιακό αφηγηματικό κινηματογράφο της προηγούμενης γενιάς, ενώ παράλλη­λα αναζητά τρόπους έκφρασης μιας νέας δημιουργικής γλώσσας. Του Γιώργου Ρούσσου.
 
Η αφορμή  για το συγκεκριμένο αφιέρωμα δόθηκε εύκολα και δεν ήταν άλλη από την κυκλοφορία σε επανέκδοση της χαρακτηριστικής ταινίας του Ζαν Λικ Γκοντάρ, «Ζούσε τη Ζωή της». Η πραγματική αιτία όμως του συγκεκριμένου αφιερώματος, δεν είναι άλλη από την αγάπη στην 7η Τέχνη και σε ένα κινηματογραφικό ρεύμα, που την επηρέασε για πάντα, όπως ελάχιστα. Nouvelle Vague...
 
 
«- Γιατί υπάρχει αυτό το απόσπασμα για τον Βελάσκεθ;
- Είναι το θέμα. Ο ορισμός της ταινίας. Ο Βελάσκεθ στο τέλος της ζωής του δε ζωγράφιζε πλέον, συγκεκριμένα πράγματα. Το ξαναλέει ο Μπελμοντό όταν μιμείται τον Μιμόν: δεν πρέπει να περιγράφουμε τους ανθρώπους, αλλά αυτό που υπάρχει ανάμεσά τους. Πριν από δυο - τρία χρόνια είχα την εντύπωση ότι τα πάντα είχαν γίνει στον κινηματογράφο, ότι δεν έμενε τίποτα να κάνουμε. Γύρισαν το "Ιβάν ο Τρομερός", "Ο Άρτος Ημών ο Επιούσιος". Μας έλεγαν να κάνουμε ταινίες πάνω στο πλήθος, αλλά το "Πλήθος" είχε γίνει, γιατί να το ξανακάνουμε; Με λίγα λόγια, ήμουν απαισιόδοξος. Μετά τον "Τρελό Πιερό" δεν έχω πια την ίδια εντύπωση των πάντων. Ναι. Πρέπει να κινηματογραφήσουμε, να μιλήσουμε για τα πάντα. Όλα μένουν να γίνουν.»
Ζαν Λικ Γκοντάρ


 
Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 όταν κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού Cahiers du Cinema (τα τετράδια του κινηματογράφου) στις στήλες του οποίου αρθρογραφούν κινηματογραφόφιλοι αλλά και επίδοξοι σκηνοθέτες, όπως ο Jean Luc Godard, ο Jacques Rivette, ο Francois Truffaut, ο Eric Rohmer και ο Claude Chabrol.
 
Μία δημιουργική παρέα, οι οποίοι πιστεύουν ότι μια ταινία είναι και πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως μορφή τέχνης. Ο σκηνοθέτης - δημιουργός (auteur) είναι εκείνος που βάζει τη δική του προσωπική σφραγίδα σε κάθε του έργο αναπτύσσοντας την αντίστοιχη αισθητική και ιδεολογία του.
 
Η κριτική αυτή των συντακτών των Cahiers έχει κυρίως στόχο σκηνοθέτες του μεταπολεμικού κινηματογράφου όπως οι Rene Clair,Henri George Clouzot, Rene Clement, Andre Cayatte και Marc Allegret. Κατηγορώντας τους για το επονομαζόμενο «σινεμά του μπαμπά» (cinema du papa), αλλά και για την κακή μεταφορά εξίσου μέτριων λογοτεχνικών έργων, όπου ο σκηνοθέτης απλώς «προσθέτει» εικόνες, χωρίς να «παίζει» ο ίδιος τον ρόλο του δημιουργού.
 
Ο Γκοντάρ γράφει χαρακτηριστικά: «Οι κινήσεις της μηχανής σας είναι άσχημες, γιατί οι διάλογοί σας είναι άθλιοι. Με λίγα λόγια δεν ξέρετε να κάνετε κινηματογράφο, γιατί δεν ξέρετε καν τι είναι».


 
Η θεωρία του auteur έρχεται σε αντίθεση με την έως τότε επικρατούσα αντίληψη του σκηνοθέτη ως ενός απλού εκτελεστή σεναρίου, ανυψώνοντάς τον στη θέση του καλλιτέχνη. Σε συνδυασμό με τη θεωρία της «κάμερας στυλό», που προωθούσε τον κινηματογράφο ως αυτόνομο, ευέλικτο και εκφραστικό μέσο ο σκηνοθέτης είναι πλέον σε θέση, μέσα από την ταινία του, να προτείνει τη δική του κοσμοαντίληψη.
 
Βέβαια οι εκπρόσωποι της Νουβέλ Βαγκ δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστούν μηδενιστές, όπως βιάστηκαν αρχικά πολλοί να τους κατηγορήσουν. Αντίθετα, δήλωναν ενθουσιασμό για αρκετούς "ξεπερασμένους" και μη εμπορικούς Γάλλους κινηματογραφιστές όπως ο μεγάλος Jean Renoir (La Grande Illusion - Η Μεγάλη Χίμαιρα του 1937), ο Jean Vigo, o Abel Gance, αλλά και ο ποιητής της 7ης Τέχνης, ο σπουδαίος Jean Cocteau (Le Sang d’ un Poete - Το Αίμα του Ποιητή, του 1930), ο Robert Bresson, αλλά και ο αγαπημένος Jacques Tati (Playtime, του 1967).
 
Το ίδιο, κατά αναλογία, ισχύει και για αρκετούς άγνωστους ακόμα εκείνη την εποχή στο ευρύ Γαλλικό κοινό, Αμερικάνους (κατά βάση) σκηνοθέτες, όπως οι: Howard Hawks, Alfred Hitchcock (The Birds, του 1963), Otto Preminger, Samuel Fuller, John Ford (The Grapes of Wrath - Τα Σταφύλια της Οργής, του 1940), Vincente Minelli και Nicholas Ray (Rebel Without a Cause - Επαναστάτης Χωρίς Αιτία, του 1995).
 
Είναι λοιπόν το τέλος της δεκαετίας του ’50, όταν οι συντάκτες των Cahiers αποφασίζουν να περάσουν στην αντεπίθεση και να συμμετάσχουν οι ίδιοι στην ενεργό "δράση" του κινηματογράφου.


 
"Θα πρέπει αυτή τη στιγμή, με τον τρόπο μου, να κάνω στον Κινηματογράφο αυτό που κάνει το Bιετνάμ στην Kαμπότζη, να ανακατευτώ σε πράγματα που δε με αφορούν", γράφει ο Godard, μεταξύ σοβαρού και αστείου, οριοθετώντας έτσι το 1959 ως τη χρονιά που ξεκινά η Nouvelle Vague.
 
Τρεις ταινίες - ορόσημα, κάνουν την εμφάνιση τους εκείνη τη χρονιά. Το «Με Κομμένη την Ανάσα» (A Bout De Souffle) του Godard, τα «Τετρακόσια Χτυπήματα» (Les Quatre Cents Coups) του Truffaut (το οποίο απέσπασε μάλιστα το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών το 1960) και το «Xιροσίμα Aγάπη Μου» (Hiroshima Mon Amour) του Alains Resnais.
 
Η συγκεκριμένη αυτή ταινία του Godard (Με Κομμένη την Ανάσα - A Bout De Souffle), μαζί με τον «Τρελό Πιερό», θεωρούνται από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της νεοκυματικής περιόδου. Η κάμερα στο χέρι που κινείται αδιάκοπα, πλάνα μακριά σε διάρκεια, εισαγωγή εικόνων από την ποπ αρτ (κόμικς, γκράφιτις), jump cuts (όταν διακόπτεται η αλληλουχία της ροής των πλάνων), αναφορές σε έργα της παγκόσμιας τέχνης, λογοπαίγνια, freeze frame (όταν παγώνει η εικόνα), γυρίσματα σε εξωτερικούς φυσικούς χώρους, χαμηλός προϋπολογισμός, αυτοσχεδιασμοί στο διάλογο, φυσικοί φωτισμοί και πειραματισμοί στον ήχο, είναι κάποια από τα στοιχεία που ενωμένα μεταξύ τους σαν ένα είδος κολάζ αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που αποκαλούμε Nouvelle Vague.
 
Η ιστορία της ταινίας, «Με Κομμένη την Ανάσα» (A Bout De Souffle) αφορά στην ερωτική - αν και κάπως αμήχανη - σχέση δύο νέων, μιας Aμερικανίδας (Jean Seberg) κι ενός Γάλλου (Jean Paul Belmondo) στο Παρίσι. Διάχυτες είναι στην ατμόσφαιρα οι ανησυχίες αυτής της περιόδου, εκ μέρους της συγκεκριμένης γενιάς, οι οποίες αντιμετωπίζονται συχνά πυκνά με μια παιγνιώδης διάθεση. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε, πως το σενάριο βασίστηκε σε μια ιδέα του Francois Truffaut.


 
Άλλες ταινίες του Jean Luc Godard, που να κατατάσσονται στην ίδια περίοδο είναι: Le Petit Soldat (Ο Μικρός Στρατιώτης, 1960), Une Femme est un Femme (Η Κυρία Θέλει Έρωτα, 1961), Vivre sa vie (Ζούσε τη Ζωή της, 1962), Les Carabinieres (1963), Le Mepris (Η Περιφρόνηση, 1964, με τον κορυφαίο Γερμανό σκηνοθέτη, Fritz Lang να υποδύεται κατά κάποιον τρόπο, τον εαυτό του!), Une Femme Mariee (Η Παντρεμένη Γυναίκα, 1964), Alphaville (1965), Bande a Part (1965) και βέβαια το κλασσικό, Pierrot Le Fou (Ο Δαίμων της Ενδέκατης Ώρας, του 1965, ή όπως είναι πιο γνωστό ως "Ο Τρελός Πιερό". Ταινία για την οποία, όταν ρωτήθηκε ο σκηνοθέτης γιατί βλέπουμε τόσο πολύ αίμα, απάντησε: "Δεν είναι αίμα, αλλά κόκκινη μπογιά..."
 
Ρίχνοντας μια συλλογική ματιά στο παρελθόν, θεωρείται πια ότι η Nouvelle Vague χωρίζεται σε δύο σημαντικές περιόδους. Η πρώτη 1959 - 1962, είναι η εποχή των πειραματισμών όσο αφορά την κινηματογραφική τεχνική. Ενώ η δεύτερη 1966 - 1968, είναι η πιο πολιτικά προσανατολισμένη περίοδος (Μάης ’68) όπου κι εδώ είναι πολύ σημαντική η συμβολή του Godard.
 
Σε αυτή λοιπόν την περίοδο, κατατάσσονται ταινίες του Jean Luc Godard, όπως: Masculin - Feminin (Αρσενικό - Θηλυκό του 1966), ταινία την οποία ο ίδιος ο δημιουργός, ορίζει ως μια έρευνα για τη νεολαία και το σεξ στη Γαλλία, όπως αυτή έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του ’65. Ενώ σε κάποια άλλη χαρακτηριστική στιγμή της ταινίας, θα κατονομάσει τους ήρωές του ως "παιδιά του Μαρξ και της Κόκα-Κόλα".
 
Στην ίδια πάντα πολιτικά προσανατολισμένη περίοδος, ανήκουν και οι ταινίες του Γκοντάρ: La Chinoise (Η Κινέζα, 1967), Deux ou Trois Choses que je Sais d’ elle (Δύο ή Τρία Πράγματα που Ξέρω γι’ αυτήν, 1967), Made in USA (Συνέβη στην Αμερική, 1967), αλλά και το αγαπήμενο "Weekend" του 1968...
TVXS.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου