Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Λιτότητα, στις πλάτες ποιων;

του Ιμάνιουελ Βαλερστάιν
   
Παντού πλέον, η λιτότητα είναι το ζητούμενο της εποχής. Για να είμαστε ακριβείς, υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις προς το παρόν σε μερικές χώρες -Κίνα, Βραζιλία, χώρες του Κόλπου και πιθανόν μερικές άλλες. Αλλά αυτές σήμερα είναι εξαιρέσεις, σε μια παγκοσμίως κυρίαρχη τάση. Εν μέρει αυτή η τάση είναι εντελώς προσχηματική, εν μέρη αντανακλά ένα πραγματικό οικονομικό πρόβλημα. Ποιο είναι όμως αυτό;

 

Απ' τη μία πλευρά η απίστευτη σπατάλη του καπιταλιστικού συστήματος έχει όντως οδηγήσει σε μια κατάσταση κατά την οποία το σύστημα παγκοσμίως απειλείται από την πραγματική του αδυναμία να συνεχίσει να καταναλώνει παντού στη Γη στον ίδιο βαθμό που συνήθιζε μέχρι τώρα, ειδικά όσο η οριακή κατανάλωση βαίνει σταθερά αυξανόμενη. Είναι αληθές ότι εξαντλούμε τα βασικά στοιχεία της ανθρώπινης επιβίωσης, δεδομένου του καταναλωτισμού που υπήρξε η βάση των παραγωγικών αλλά και των κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων.

 

Απ' την άλλη, γνωρίζουμε ότι η κατανάλωση παγκοσμίως ήταν εξαιρετικά άνιση, και μεταξύ των κρατών και στο εσωτερικό τους. Επιπλέον, το χάσμα μεταξύ των ευνοημένων αυτή τη στιγμή και των αποκλεισμένων συστηματικά αυξάνεται. Αυτές οι ανισότητες συνιστούν τη ρίζα της έντασης στο διεθνές σύστημα, όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά και πολιτιστικά.

 

Δεν αποτελεί πια μυστικό για τον πληθυσμό παγκοσμίως: η κλιματική αλλαγή και οι συνέπειές της, ο περιορισμός των αποθεμάτων νερού και τροφής και οι αντίστοιχες επιπτώσεις είναι ορατές σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους καλούν σε αλλαγή πολιτιστικών αξιών και αποστασιοποίηση από τον καταναλωτισμό.

 

Οι πολιτικές συνέπειες είναι άξιες σοβαρής ανησυχίας για μερικές από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες-παραγωγούς, που αντιλαμβάνονται πως δεν κατέχουν πλέον τα μέσα να στηρίξουν τη παγκόσμια θέση τους και χάνουν τη δυνατότητα να κυριαρχούν στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και στη δημιουργία πλούτου. Η τρέχουσα τάση για λιτότητα είναι μια μόνο ήσσων και εκ των βραχυπρόθεσμων προσπαθειών να περιορίσουν τη δομική κρίση του διεθνούς συστήματος.

 

Η λιτότητα που εφαρμόζεται ασκείται στα κατώτερα οικονομικά στρώματα του πληθυσμού παγκοσμίως. Οι κυβερνήσεις σκοπεύουν να διασώσουν εαυτούς από τη χρεοκοπία και να προστατεύσουν τις μεγάλες επιχειρήσεις (συγκεκριμένα -αλλά όχι μόνο- τις μεγάλες τράπεζες) από το κόστος των επαναλαμβανόμενων αστοχιών τους και κάθε λογής αυτοτραυματισμούς. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούν να το επιτύχουν είναι περικόπτοντας (αν όχι διαλύοντας) το δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας που δημιουργήθηκε για να στηρίζει τον καθένα από τις συνέπειες της ανεργίας, των σοβαρών ασθενειών, των οικογενειακών βαρών και όλων των άλλων σοβαρών προβλημάτων που οι οικογένειες αντιμετωπίζουν υπό κανονικές συνθήκες.

 

Όσοι αποσκοπούν σε βραχυπρόθεσμα οφέλη συνεχίζουν να παίζουν στις χρηματαγορές με ρυθμό συστηματικό και ταχύτατο. Αλλά αυτό το παιχνίδι βασίζεται σε οριακά έσοδα και κυρίως στη δυνατότητα να βρεθούν αγοραστές των προϊόντων. Η δραστική ζήτηση μειώνεται σταθερά και λόγω των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες και λόγω του μαζικού φόβου ότι έρχονται περισσότερες περικοπές.

 

Οι υπερασπιστές της λιτότητας συνεχώς μας καθησυχάζουν πως σύντομα οι θυσίες τελειώνουν και η γενική ευημερία βρίσκεται προ των πυλών. Παρ' όλα αυτά, ούτε οι θυσίες σταματούν, ούτε το κλίμα ευημερίας επανέρχεται. Αντιθέτως, φαίνεται ότι θα καθυστερήσει αρκετά ακόμα.

 

Υπάρχουν επίσης και αυτοί που θεωρούν πως μια σοσιαλδημοκρατική λύση είναι δυνατή. Δηλαδή πως αντί για λιτότητα πρέπει να αυξήσουμε τις δημόσιες δαπάνες και να φορολογήσουμε το πλουσιότερο μέρος του πληθυσμού. Ακόμα και αν αυτό ήταν πολιτικά βάσιμο, θα έλυνε μαγικά το πρόβλημα; Οι υπερασπιστές της λιτότητας έχουν ένα εύλογο επιχείρημα: δεν υπάρχουν αρκετές πλουτοπαραγωγικές πηγές στο πλανήτη να διαθέσουν ένα βιώσιμο μοντέλο κατανάλωσης που θέλει ο καθένας, μιας και όλο και περισσότεροι πολίτες ζητούν πολιτικά να βρίσκονται μεταξύ των μεγάλων-καταναλωτών.

 

Εδώ βρίσκονται οι εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρθηκα αρχικά: στην παρούσα συγκυρία επεκτείνουν τους αριθμούς των μεγάλων καταναλωτών. Οι χώρες-«εξαιρέσεις» βρίσκονται εκ των πραγμάτων αντιμέτωπες με μεγαλύτερα οικονομικά διλήμματα τα οποία δεν μπορούν να επιλύσουν.

 

Υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι σχετικά με τα πραγματικά διλήμματα σε αυτή τη δομική κρίση:

  • Ο πρώτος είναι να εγκαθιδρυθεί ένα μη-καπιταλιστικό αυταρχικό παγκόσμιο σύστημα που θα χρησιμοποιήσει τη βία και την εξαπάτηση αντί για την «αγορά» για να επιτρέψει και να αυξήσει την άνιση παγκόσμια διανομή των βασικών καταναλωτικών αγαθών.
  • Ο άλλος είναι να αλλάξουμε τις πολιτισμικές μας αξίες.

 

Για να καταφέρουμε να ζήσουμε σε ένα σχετικά δημοκρατικό και σχετικά εξισωτικό ιστορικό σύστημα, δε χρειαζόμαστε την οικονομική ανάπτυξη τόσο, όσο αυτό που αποκαλούν στην λατινική Αμερική «buen vivir» (την ευζωία). Αυτό κατ' ουσία απαιτεί δέσμευση σε διαρκή ορθολογικό διάλογο αναφορικά με το πώς οι κοινωνίες παγκοσμίως μπορούν να κατανείμουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ανά το κόσμο με τρόπο τέτοιο ώστε όχι μόνο να έχουμε τα αναγκαία προς επιβίωση, αλλά και οι επόμενες γενιές να έχουν τη δυνατότητα να πράξουν το ίδιο.

 

Για κάποια κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού, σημαίνει ότι τα παιδιά τους θα «καταναλώσουν» λιγότερο και για κάποια άλλα ότι θα «καταναλώσουν» περισσότερο. Αλλά σε ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούμε όλοι να έχουμε το «δίχτυ ασφαλείας» μιας ζωής εγγυημένης από την κοινωνική αλληλεγγύη που το εν λόγω σύστημα κάνει εφικτή.

 

Τα επόμενα είκοσι με σαράντα χρόνια θα δούμε μια τεράστια πολιτική μάχη, όχι σχετικά με την επιβίωση του καπιταλισμού (που δεν έχει πλέον εναλλακτικές να προσφέρει) αλλά σχετικά με το είδος του συστήματος που συλλογικά θα «επιλέξουμε» για να τον αντικαταστήσουμε: ένα αυταρχικό μοντέλο που επιβάλλει συστηματική (και αυξανόμενη) πόλωση ή ένα σύστημα που είναι δημοκρατικότερο και κοινωνικά δικαιότερο...

 

Ο Ιμάνιουελ Βαλερστάιν είναι Αμερικανός ιστορικός και κοινωνικός επιστήμονας
ppol.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου