Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Το Χρονικό του 1940

του Ηλία Βενέζη 
πηγή: ppol.gr
  
Αναδημοσίευση από το ανθολόγιο «28 Οκτωβρίου 1940: Η Ελλάδα στο χαράκωμα της ελευθερίας»
 
 
 


Οι Έλληνες κάνανε πολλούς πολέμους και πολλές επαναστάσεις, ώσπου τέλος κουράστηκαν. Γι' αυτό μαζέψαν μες στα σύνορά τους απ' την Ασία κι από άλλα μέρη όλους τους χριστιανούς, κι είπανε: «Τώρα πια να συχάσουμε». Ζούσαν την ταπεινή και δύσκολη ζωή των βουνών και των θαλασσών τους, άρχοντες και λαός θέλανε πολύ την ειρήνη, κι οι γραμματικοί γράφανε βιβλία που λέγανε για τ' αγαθά της ειρήνης.
Τότε έτυχε και μπήκαν πάλι τα μεγάλα έθνη του κόσμου σε θανάσιμη αμάχη. Οι Έλληνες όταν το μάθανε είπαν: «Εμείς δεν έχουμε να μοιράσουμε με κανέναν γείτονά μας γη ή θάλασσα. Θα μείνουμε σε ειρήνη». Και μείναν κάμποσο καιρό σε ειρήνη. Μά επειδή είχαν πολλά λιμάνια και θάλασσες, που ήταν περάσματα των καραβιών, ένας μεγάλος γείτονάς τους άρχισε πολύ να τους πειράζει με λόγια και με έργα. Ανήμερα της Παναγίας, Αυγούστου 15, ο λαός των βουνών και των ψαράδων της Ελλάδας πήγε με πολλά καράβια να προσκυνήσει την μητέρα του Θεού σ' ένα νησί στο Αρχιπέλαγο. Ήταν συνήθεια σαν τέτοια μέρα να πηγαίνει στο νησί κι ένα πολεμικό. Έφτασε στο νησί το πολεμικό καράβι, έριξε άγκυρα και σιάρισε τις παντιέρες του. Τότε ο κακός γείτονας, που ήθελε να βάλει σε μπελά τους Έλληνες, κρυμμένος μες στη θάλασσα, έριξε τορπίλα και βούλιαξε το πολεμικό, σκότωσε κάμποσους κι απ' τους ναύτες. Έριξε και στα καράβια των προσκυνητών, και πολύς θρήνος θα γινόταν ανάμεσα σε γυναίκες και παιδιά, αν δεν τύχαινε ένας μόλος του λιμανιού, όπου πήγαν και σκάσαν οι τορπίλες.
Τότε ο λαός των Ελλήνων πολύ θύμωσε, θύμωσε κι η Παναγία, όμως είπαν:
«Ας κάνουμε πως δεν βλέπουμε, να μείνουμε σε ειρήνη».
Όταν, υστέρα από λίγο, άνθρωπος σταλμένος από τον κακό γείτονα πήγε περασμένα μεσάνυχτα και μήνυσε στους Έλληνες πως!
«Ο στρατός μας θα μπει σε τρεις ώρες στη χώρα σας να πάρει ότι θέλει από γη κι από θάλασσα, και να μην κάμετε τίποτα, γιατί αλλιώς θα σάς κάμουμε γης μαδιάμ, έθνος τόσο μεγάλο και πολύ αιμοβόρο καταπώς είμαστε».
Τότε οι Έλληνες θυμηθήκαν την παλιά ιστορία της μικρής τους χώρας, θυμηθήκαν πόσες φορές τα βάλανε οι πρόγονοι τους με τους βάρβαρους κάθε φορά που ήταν σε κίνδυνο η λευτεριά τους, και είπαν όπως πάντα:
«Ελάτε να τα πάρετε. Θα πολεμήσουμε».
Διαλαλήσανε τότε σ' όλη τη χώρα οι μπουρούδες που είχαν βάλει στα κεραμίδια των σπιτιών, πως ο τόπος κινδυνεύει και θα γίνει πόλεμος.
Το τι έγινε τότε, με τα ξημερώματα, δε λέγεται. Οι μπουρούδες μουγκρίζανε όμοια με ζωντανά που τα σφάζουν, οι άνθρωποι στις πολιτείες τρέχανε, πήραν το μήνυμα στα βουνά οι βοσκοί, κι οι ψαράδες στις θάλασσες, όλα τα πλεούμενα γύρισαν πλώρη, κι όλοι οι βοσκοί τρέχαν να πάρουν τ' άρματα. Στο μεταξύ ο κακός γείτονας έστειλε σιδερένια πουλιά στο γαλανό ουρανό των Ελλήνων και ρίχνανε μπόμπες και σκοτώνανε γυναίκες και παιδιά.
«Ε! λέγανε οι ξένοι άνθρωποι που βλέπανε τα γινόμενα, τι θα κάμει τόσο μικρός λαός με τόσον μεγάλο γείτονα; Θα γονατίσει σε μια μέρα!»
Μα ο λαός πίστευε πως θα τον βοηθήσει η προσβλημένη Παναγία.
«Καλά, περιμένετε να δείτε. Περιμένετε ύστερα από ένα μήνα, τα εισόδια της Θεοτόκου».
Οι μητέρες στέλναν τους γιους τους να πολεμήσουνε και λέγαν:
«Να μη γυρίσετε αν δεν ρίξετε τον αντίχριστο στη θάλασσα».
Οι εκκλησίες δώσανε τα αναθήματα των πιστών, χρυσά καραβάκια και αγγέλους και ασημένια χέρια, κι οι γραμματικοί που γράφανε πριν βιβλία για τα δεινά του πολέμου, στείλανε μήνυμα στις άλλες χώρες και είπανε πως τέτοιο άδικο δεν ξαναστάθηκε, λοιπόν θα υπερασπίσουμε τη γης μας και την ελευθερία.
Πέρασε μια μέρα, και οι βάρβαροι που λέγαν πως με τα φουσάτα τους θα πατήσουν τη χώρα, δεν μπόρεσαν να μπουν. Πέρασε κι άλλη μέρα, και πάλι δεν μπόρεσαν, επειδή στα περάσματα των βουνών είχαν φτάσει οι Έλληνες και τους πολεμούσαν. Πέρασαν έτσι πολλές μέρες, ο λαός έβλεπε οράματα με αρχαγγέλους και μαυροντυμένες γυναίκες, κι έλεγε ο ένας στον άλλο: «Περιμένετε τα εισόδια της Θεοτόκου». Και όταν ξημέρωσε η μέρα αυτή, μεγάλη χαρά ήρθε στους Έλληνες. Ήρθε μήνυμα πως οι βοσκοί και οι ψαράδες που ξεσηκώθηκαν να σταματήσουν τους βάρβαρους, τους κυνήγησαν μες στη χώρα τους και τους πήραν πολλά λάφυρα, άρματα και φυσέκια, και μια μεγάλη πολιτεία, την Κορυτσά. Τα γυναικόπαιδα κουβαλούσαν στους πολεμιστές βόλια και θροφές, και κατρακυλούσαν πάνω στους οχτρούς πέτρες και τους σκότωναν. Όσοι οχτροί γλίτωσαν, πήραν τ' άγρια βουνά και τους φάγανε οι λύκοι.
Τότε έγινε μεγάλος εορτασμός στη χώρα των Ελλήνων. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν χαρμόσυνα τρεις μέρες, και τα σπίτια βάλανε σημαίες, και ο Αρχιεπίσκοπος φόρεσε άμφια καμωμένα με ασήμι, και γύρω του έβαλε μαυροφορεμένους αρχιμανδρίτες και δοξάσανε το Θεό. Ο λαός έψελνε «Τ περμάχω Στρατηγ», και οι γυναίκες κλάψανε σιωπηλά όταν μνημόνεψαν τους σκοτωμένους πολεμιστές.

Ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) ήταν Έλληνας συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου