Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Η νεκρή φύση χωρίς σύμβολα

του Παναγιώτη Σ. Παπαδόπουλου
Ο Giorgio Μοrandi (1890-1964) δεν ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη σχολή ζωγραφικής. Επίδραση άσκησαν πάνω του οι μετα-ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι, οι Γάλλοι πουριστές καθώς και ο Cezanne, του οποίου η έμφαση στη φόρμα και στις επίπεδες επιφάνειες χρώματος υπήρξε ορατή στο έργο του Morandi. Συμμετείχε στα περισσότερα κινήματα της πρωτοπορίας των αρχών του 20ού αιώνα. Το 1914, γνωρίζει τους Umberto Boccioni και Carlo Carrà και συνδέεται με τους φουτουριστές. Παρακολουθεί το έργο του Georges Braque, ενώ το 1918 στρέφεται προς τη «μεταφυσική ζωγραφική» και χρησιμοποιεί μοτίβα του Giorgio de Chirico στους πίνακές του. Από το 1920, περιορίζει την επιλογή των θεμάτων του και επικεντρώνεται, σχεδόν αποκλειστικά, στη δημιουργία νεκρών φύσεων. Ο Μοrandi συνομιλεί με τη μεγάλη μεταφυσική παράδοση των νεκρών φύσεων του Cotan και του Zurbaran. Όπως στους Ισπανούς ζωγράφους, η προτεραιότητα του ορατού κόσμου, αυτού που καθημερινά ζούμε, είναι το θέμα του έργου του. Θεωρεί ότι τίποτα δεν είναι περισσότερο αφαιρετικό, περισσότερο μη πραγματικό από αυτό που βλέπουμε στην πραγματικότητα. Σε συνάφεια με τον Zurbaran, η απλή παράθεση των αντικειμένων -στα οποία δεν δίνεται ένας προφανής συμβολισμός- είναι που δίνει και το μυστηριακό τόνο στο έργο. Τα αντικείμενά του δεν λειτουργούν ως τα ισχυρά σημαίνοντα που συναντάμε στη φλαμανδική ζωγραφική. Στο ερώτημα, τι είναι ένα αντικείμενο; Ο Μοrandi απαντά: κάτι που δεν ξεχωρίζει από το περιβάλλον. Σε αυτόν, το αντικείμενο διαλύεται μέσα στο περιβάλλον. Παρουσιάζεται η βαθμιαία διάλυσή του. Σε πολλά έργα του, το αντικείμενο, τελικά, ενσωματώνεται στο περιβάλλον, δεν εξουσιάζει τον χώρο, δείγμα μιας βαθιάς λιτότητας. Αυτός είναι ο κανόνας της εσωτερικής ζωγραφικής του. Τα χρώματά του περιορίζονται σε αργυρώδη λευκά, γκριζωπά πράσινα ή καφετιές όμπρες. Συνήθως χρησιμοποιεί παραπλήσια χρώματα και λιγότερο τα συμπληρωματικά των οποίων την αναλογία συχνά αλλοιώνει. Τα μπουκάλια και τα βάζα του μεταφέρουν στον θεατή τη στοχαστική διάθεση που δημιουργούν τα έργα της Ιταλικής αναγέννησης. Ιδεατικοποιεί τον κόσμο, ιδεατικοποιώντας το απλό αντικείμενο. Κατακτάται η μνημειακότητα μέσα από μια χαμηλόφωνη θεματικά και ζωγραφικά σκάλα. Τα ταπεινά αντικείμενα γίνονται ο κόσμος του. Το ζωγραφικό περιβάλλον του είναι οι σειρές μπουκαλιών πάνω σε μία επιφάνεια τραπεζιού. Μας πείθει ότι μπορούμε να δούμε τον κόσμο ως μια επιφάνεια τραπεζιού. Ο Morandi ακολουθεί την παράδοση του Cezanne. O ίδιος διακήρυσσε πως «εάν υπάρχει κάποιος από τη γενιά του των νέων ζωγράφων που ακολούθησε παθιασμένα την επικαιρότητα της γαλλικής τέχνης ήταν αυτός». Δημιουργεί εντύπωση στον παρατηρητή η αβεβαιότητα με την οποία τοποθετεί τα αντικείμενα. Στην εικαστική σύνθεση του Morandi συμβαδίζουν το άγγιγμα και η παρατήρηση. Θυμίζουν οι συνθέσεις του την περιβόητη αμφιβολία του Cezanne και τις παρατηρήσεις του Merleau Ponty όταν έγραφε πως ο Cezanne επιθυμούσε να ζωγραφίσει το υλικό ώστε να του δώσει φόρμα και τάξη που θα γεννιέται από μια αυθόρμητη οργάνωση. Στη «νεκρή φύση με μήλα» του Cezanne (1895-98), τα μήλα είναι έτοιμα να πέσουν από το τραπέζι, η διάταξη της σύνθεσης απλώνεται από τα αριστερά στα δεξιά και παράλληλα σαν να γέρνουν προς τα κάτω. Συχνά ο Morandi ακολουθεί αυτήν τη λογική. Τα αντικείμενα αιωρούνται στο κενό. Ο χώρος της σύνθεσης παραμένει ασταθής. Πρόκειται για μια πλαστική λύση που ο καλλιτέχνης δανείζεται από τη σεζανική παράδοση. Στον Cezanne και τον Morandi το πρόβλημα που οδηγεί το έργο τους είναι η φόρμα του αντικειμένου καθώς και η διερεύνηση των σχέσεων ανάμεσα στα αντικείμενα. Μελετά το αντικείμενο μέσα στις δυνατές θέσεις που παίρνει στο χώρο. Η ζωγραφική του είναι ένα μάθημα προοπτικισμού. Γιʼ αυτό ο θεατής έχει την αίσθηση ότι ο πραγματικός χώρος καθίσταται, εν τέλει, γεωμετρικός. Το έργο του είναι μια διαρκής επανάληψη του ίδιου. Όμως, οι σειρές των αντικειμένων διαφοροποιούνται από την ένταση που δημιουργείται από τη διάταξή τους μέσα στο χώρο. Το αντικείμενο δεν λειτουργεί ως σύμβολο, αλλά διευκρινίζεται στις σχέσεις του με το κενό και το πλήρες, το σταθερό ή το μετέωρο. Museo Morandi, Μπολόνια, μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου 2012. (Ένα μέρος της αποτελείται από έργα της συλλογή Pavarotti). Σημειωτέον, τα Documenta (13) στο Kassel, είναι εξίσου αφιερωμένα στο έργο του Giorgio Μοrandi. ΠΗΓΗ:Η ΑΥΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου