Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

The Artists: Οι θρύλοι της «βουβής» εποχής


Ο οσκαρικός θρίαμβος του «Artist» ήταν και η μετά θάνατον αναγνώριση για αυτούς: τους καλλιτέχνες που έλαμψαν την εποχή του βωβού κινηματογράφου και ξεχάστηκαν μόλις οι ταινίες άρχισαν να ομιλούν.


Ο τίτλος της ταινίας που σάρωσε πριν από λίγες ημέρες τα Οσκαρ, «The Artist» («Ο καλλιτέχνης»), μοιάζει με τον τρόπο του να υποδηλώνει το προφανές: Δεν έχει σημασία αν αφηγείσαι σε 3D, αν τα ειδικά σου εφέ διογκώνουν θεαματικά τον αμφιβληστροειδή, αν είσαι έγχρωμος ή ασπρόμαυρος, αν είσαι στερεοφωνικός ή... μουγγός. Αν δεν είσαι καλλιτέχνης, το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι μια τρύπα στο νερό. Και εκείνη την εποχή, την εποχή του βωβού δηλαδή, κάθε σπιθαμή του κορμιού σου έπρεπε να μιλάει - όπως μίλησε, για παράδειγμα, η γυμνή πλάτη της Λουίζ Μπρουκς στο «Κουτί της Πανδώρας».
Βέβαια - και κανένα άρθρο απ' όσα έχω τσεκάρει στον διεθνή Τύπο δεν το διευκρινίζει αυτό - οι ταινίες εκείνη την περίοδο δεν ήταν στ' αλήθεια βωβές: μαζί με τον μηχανικό προβολής (ένα από τα πιο ριψοκίνδυνα επαγγέλματα της εποχής λόγω της εύθραυστης φύσης του - παραγομένου από νιτροκυτταρίνη! - φιλμ), ένας υπεύθυνος στο πλάι της αίθουσας συνόδευε την ταινία με πλήθος ηχητικά εφέ, τα οποία, μαζί με τη μουσική υπόκρουση, συνέθεταν ένα πλήρες ακουστικό αποτέλεσμα. Σκεφθείτε ότι στη Νέα Υόρκη μπορούσες να πετύχεις και ηθοποιούς που εκπαιδεύονταν για να «ντουμπλάρουν» τους βωβούς πρωταγωνιστές της μεγάλης οθόνης στις τοπικές αίθουσες! Λογικό: είχαν να ανταγωνιστούν το θέατρο. Γιατί, ναι, και το θέατρο εκείνη την εποχή αποτελούσε θέαμα άκρως εντυπωσιακό. Στο βιβλίο του ιστορικού και κριτικού Μαρκ Κέρμοντ «Ο καλός, ο κακός και το multiplex» αναφέρεται μια παράσταση του Μπεν Χουρ γεμάτη άρματα, άλογα και θεαματικές μάχες. Σκεφθείτε τους θεατές. Σκεφθείτε τον θόρυβο! Αν λοιπόν ο βωβός κινηματογράφος της εποχής έπρεπε να συναγωνιστεί το θέατρο, το μόνο που του έμενε ήταν η ένταση και η υπερβολή στο παίξιμο και στην αναπαράσταση αισθημάτων και καταστάσεων. Με λίγα λόγια, οι ηθοποιοί δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο τη... βουβαμάρα τους, αλλά και να δείχνουν διαρκώς larger than life (μεγαλύτεροι από τη ζωή - συγχωρήστε μου την αμερικανική έκφραση). Κάτι που τελικά δεν κληρονομήθηκε τόσο από το θεατρικό παίξιμο της εποχής αλλά αποτέλεσε αυτόνομη μορφή έκφρασης, που έμελλε να σβήσει με την έλευση του ήχου. Το σινεμά καθυστέρησε αρκετά να αποτίσει φόρο τιμής σε αυτούς και όταν το έκανε τελικά, το 1950, το έκανε με μια πικρή εικόνα: στο σπίτι της Γκλόρια Σουάνσον μια ομάδα ξεπεσμένων ηθοποιών μαζεύεται για ένα καρεδάκι στην ταινία «Sunset Boulevard». Ανάμεσά τους ο Μπάστερ Κίτον και η Αννα Κ. Νίλσον. Ρίξτε μια ματιά στα πρόσωπα που ακολουθούν. Είναι μόνο λίγοι από τους ήρωες μιας τέχνης που ήρθε και έφυγε ανεπιστρεπτί.
Λουίζ Μπρουκς
Η γεννημένη το 1906 στο Κάνσας των ΗΠΑ η Μπρουκς ήταν αρχικά χορεύτρια. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Μπρόντγουεϊ και δεν άργησε να μεταπηδήσει στο Χόλιγουντ, όπου έπαιξε σε διάφορες ανάλαφρες ταινίες. Την καριέρα της ωστόσο τη χρωστάει κυρίως στην Ευρώπη: στη Γερμανία με τις ταινίες του Παμπστ «Pandora's box» και «Diary of a lost girl» (ο ρόλος της στην πρώτη ταινία ως Λούλου είναι και αυτός που την ακολούθησε σε όλη της τη ζωή) και στη Γαλλία με την ταινία του Αουγκούστο Τζενίνα, βασισμένη σε μια ιδέα του Ρενέ Κλερ, «Prix de beauté». Το 1938 τερμάτισε την καριέρα της σε ηλικία 32 μόλις ετών και αφοσιώθηκε στη ζωγραφική και στη συγγραφή. Είχε ξεχαστεί για καιρό, ώσπου το 1955 την ανακάλυψε ο ιστορικός κινηματογράφου Τζέιμς Καρντ να ζει φτωχικά στη Νέα Υόρκη... Ο Ανρί Λαγκλουά, επικεφαλής της Cinématheque Française, την περιέγραψε σαν «το πνεύμα της κινηματογραφικής διαδικασίας» και «κάποια που μόλις τη δει κανείς δεν μπορεί να την ξεχάσει».
Αννα Κ. Νίλσον
Κανένας δεν τη θυμάται σήμερα, και όμως το 1926 ήταν επισήμως «η πιο δημοφιλής γυναίκα στο Χόλιγουντ». Γεννημένη στη Σουηδία, μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1905 και άρχισε από μικρή τις εμφανίσεις της σε ρόλους που στη συνέχεια θα έπαιζαν, σε ομιλούσες εκδοχές, η Μάρλεν Ντίτριχ και η Αν Μπάξτερ. Εως και ο βασιλιάς της Σουηδίας Γουσταύος ΣΤ' άφησε το παλάτι του για να την επισκεφθεί στο μαγικό Χόλιγουντ, ενώ λάμβανε μηνιαίως (προσέξτε) τριάντα χιλιάδες γράμματα από θαυμαστές. Με την έλευση του ήχου εξαφανίστηκε - κάποιοι της έδιναν πού και πού κανένα ρολάκι τη δεκαετία του '50, αλλά πολλές φορές το όνομά της δεν εμφανιζόταν καν στα credits... Πέθανε το 1974.
Μπάστερ Κίτον
Κανένας κωμικός δεν κατόρθωσε να αποσπάσει τόσο γέλιο δίχως να χαμογελάσει ποτέ ο ίδιος. Από τους πιο μοντέρνους καλλιτέχνες της μεγάλης οθόνης - το παίξιμό του παραμένει έως σήμερα σημείο αναφοράς και αντιγράφεται ασταμάτητα -, ο Κίτον υπήρξε σκηνοθέτης των ταινιών του, που συχνά απαιτούσαν θεαματικά σταντ. Και φυσικά τις επικίνδυνες σκηνές τις φίλμαρε ο ίδιος. Σε μία εξ αυτών η πρόσοψη ενός τριώροφου κτιρίου κατέρρεε πέφτοντας επάνω του, αλλά ο ίδιος «έβγαινε» αλώβητος από το ένα και μοναδικό ανοιχτό παράθυρο! Η απώλεια της ανεξαρτησίας του Κίτον ως παραγωγού συνέπεσε με τον ερχομό των ομιλουσών ταινιών, το διαζύγιο και τον αλκοολισμό του, με αποτέλεσμα η καριέρα του να δεχθεί ισχυρό πλήγμα από το οποίο δεν ανάρρωσε ποτέ.
Ντάγκλας Φέρμπανκς
Κάτι σαν τον Τομ Κρουζ του βωβού, ο Φέρμπανκς (στην περσόνα του οποίου βασίζει την ερμηνεία του ο βραβευμένος με Οσκαρ πλέον Ζαν Ντιζαρντέν του «Artist»), ένα παιδί στο σώμα ενός άνδρα, ξεχώρισε για το αθλητικό παρουσιαστικό του και το αστραφτερό του χαμόγελο. Ποτέ δεν δέχτηκε να ντουμπλαριστεί από κασκαντέρ για τις - πολλές - επικίνδυνες σκηνές της καριέρας του. Ο ίδιος, ο Τσάρλι Τσάπλιν και η Μαίρη Πίκφορντ ίδρυσαν την πασίγνωστη κινηματογραφική εταιρεία παραγωγής United Artists σε μια προσπάθεια να «σπάσουν» το μονοπώλιο των μεγάλων στούντιο. Οι ισχυροί περιορισμοί ωστόσο που έθετε ο τότε βαρύς ηχητικός εξοπλισμός περιόρισαν το ενδιαφέρον του για το σινεμά. Το άστρο του άρχισε να αργοσβήνει περίπου στα μέσα της δεκαετίας του '30 και το 1939 «έσβησε» από καρδιακή προσβολή. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Ποτέ μου δεν ένιωσα καλύτερα».
Γκρέτα Γκάρμπο
Γεννήθηκε ως Γκρέτα Λοβίσα Γκούσταφσον στη Στοκχόλμη της Σουηδίας και η μορφή της, αποτυπωμένη με σχεδόν ιερή φροντίδα σε φιλμ, μας θυμίζει ότι ακόμη και η απεικόνιση του πιο εντυπωσιακού τοπίου ωχριά μπροστά στο «κοντινό» πλάνο ενός ανθρώπινου προσώπου. Και ήταν τέτοια η χάρη του, που ακόμη και ο ήχος δεν της έκανε ζημιά - σε αντίθεση με όλους τους σταρ που προαναφέραμε. Η Γκάρμπο (η οποία εκείνα τα ζόρικα για την «ηθική» χρόνια είχε και έναν σύντομο ερωτικό δεσμό με τη Λουίζ Μπρουκς) έφτασε στο Χόλιγουντ έπειτα από παράκληση του Λούις Μπ. Μέγερ της MGM το 1927. Η ίδια όμως ποτέ δεν ένιωσε άνετα με τη δημοσιότητά της και σταδιακά αποσύρθηκε. Το 1941 ο ενδυματολόγος της MGM Αντριαν είπε: «Αφησα την MGM εξαιτίας της Γκάρμπο. Στην τελευταία της ταινία ("Η διπρόσωπη γυναίκα") ήθελαν να την κάνω ένα κορίτσι της διπλανής πόρτας. Εγώ είπα: "Οταν τελειώσει η λάμψη για την Γκάρμπο, θα τελειώσει και για μένα. Εχει δημιουργήσει ένα πρότυπο. Αν καταστρέψετε αυτή την ψευδαίσθηση, θα καταστρέψετε εκείνη". Οταν η Γκάρμπο έφυγε από το στούντιο, όλη η λάμψη έφυγε μαζί της».
Λίλιαν Γκις
Ή αλλιώς, «η πρώτη κυρία του αμερικανικού σινεμά», γιατί έτσι ήταν γνωστή η γεννημένη το 1893 Λίλιαν Ντιάνα Γκις. Οχι μόνο ξεχώρισε για τα αγγελικά χαρακτηριστικά της, αλλά πρωταγωνίστησε και σε μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, όπως η «Γέννηση ενός έθνους» το 1915, η «Μισαλλοδοξία» το 1916 (αμφότερες σκηνοθετημένες από τον πατέρα της δυτικής φιλμικής αφήγησης Ντέιβιντ Γ. Γκρίφιθ), αλλά και η θρυλική «Νύχτα του κυνηγού» το 1955 δίπλα στον Ρόμπερτ Μίτσαμ. Οταν ο ήχος «χτύπησε» τη δημοτικότητά της, εκείνη στράφηκε αμέσως στο θεατρικό σανίδι (οι λίγες ταινίες που έκανε ως πρωταγωνίστρια τη δεκαετία του '30 μετά βίας έφεραν πίσω τα λεφτά τους). Ερμηνεία από τις «βωβές» της όμως θύμιζε και εκείνη στη «Μονομαχία στον πράσινο ήλιο» του 1946 - που της χάρισε ωστόσο και μία υποψηφιότητα για Οσκαρ β' γυναικείου ρόλου. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν δίπλα στην Μπέτι Ντέιβις στις «Φάλαινες του Αυγούστου» του Λίντσεϊ Αντερσον, παραγωγής 1987, στα 93 της χρόνια. Πέθανε έξι χρόνια αργότερα, το 1993, στη Νέα Υόρκη.
ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου