Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Πώς διδάσκεται η μεταπολεμική Iστορία στο σχολείο



Μέλη του Δημοκρατικού Στρατού σε φωτογραφία εποχής - το τραύμα του Εμφυλίου έχει μικρή αναφορά στα σχολικά βιβλία, εκτιμούν ιστορικοί

Ιστορικοί μίλησαν για το θέμα σε συζήτηση στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.
Η διδασκαλία της πρόσφατης Ιστορίας στο σχολείο πάσχει. Τα σχολικά εγχειρίδια αποσιωπούν ή διαστρεβλώνουν όψεις της ιστορικής πραγματικότητας. Ο σχολικός ιστορικός λόγος συχνά υπακούει σε μια ρυθμιστική λογική της Ιστορίας που εξυπηρετεί εθνικές σκοπιμότητες. Μεγάλα δράματα της Ιστορίας, τα οποία αφορούν άμεσα τους μαθητές και τις οικογένειές τους, όπως οι αναγνωρίσεις των γενοκτονιών, δεν έχουν βρει τη θέση τους στα σχολικά εγχειρίδια και ο δάσκαλος είναι άοπλος για τη διδασκαλία τους στις σύγχρονες εθνικά μεικτές τάξεις.

Μεγάλες αλλαγές που έχουν διαμορφώσει τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα δεν θεωρούνται καν Ιστορία και δεν βρίσκουν ανταπόκριση στη σχολική τάξη, αφήνοντας τους μαθητές χωρίς εφόδια για να κατανοήσουν ιστορικά την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Αυτές ήταν ορισμένες από τις διαπιστώσεις που διατυπώθηκαν σε συζήτηση για τη διδασκαλία της μεταπολεμικής Ιστορίας μέσα από τα σχολικά βιβλία, την Τετάρτη, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στην οποία συμμετείχαν ο Αντώνης Λιάκος, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ομότιμος διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ο Χάγκεν Φλάισερ, καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο Ιάσονας Χανδρινός, υποψήφιος διδάκτορας Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τον συντονισμό της δημοσιογράφου Αριστοτελίας Πελώνη.

Τραγική χαρακτήρισε τη διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο ο νεότερος ιστορικός του πάνελ, ο 28χρονος Ιάσονας Χανδρινός, υπογραμμίζοντας με έμφαση: «Έζησα στο πετσί μου ένα σύστημα εκπαιδευτικό το οποίο υπάρχει ακόμη και είναι ένα σύστημα που δεν έχει εκπαιδευτικό στόχο».

«Είναι δύσκολη η παρουσία της σύγχρονης ιστορίας στο σχολείο διότι μπαίνουν προβλήματα κοινωνικής διαπάλης η οποία διαβρώνει το πεδίο ειρήνης που θα πρέπει να είναι το σχολείο», εξήγησε ο βετεράνος ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος, συμπληρώνοντας πως «αποδεικνύεται τελικά ότι ο χώρος της ιστορικής παιδείας δεν είναι χώρος αρμονικής συμβίωσης ούτε καν ένας χώρος κοινωνικής ανακωχής αλλά πεδίο μάχης όπου οι αντίπαλοι στρατοί κατεβαίνουν πάνοπλοι για να επικρατήσουν.

Η Εκκλησία διεκδικεί τον ρυθμιστικό της ρόλο, αυτόν που έχασε σταδιακά μετά την έξοδο των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τον πνευματικό μεσαίωνα. Οι προοδευτικές δυνάμεις προσπαθούν να καθαγιάσουν τα πάθη της Αριστεράς μέσα από την ένταξή τους στη σχολική ύλη ενώ οι δυνάμεις της συντήρησης, σε συμμαχία με το ιδεολογικό έκτρωμα ενός νεόκοπου αντιιμπεριαλιστικού πατριωτισμού, προσπαθούν να υπερασπιστούν και να επιβάλουν τις πιο λαϊκιστικές και τις πιο αντιεπιστημονικές εκδοχές της ελληνικής Ιστορίας». Πώς υπερβαίνουμε αυτή τη δυσκολία; Με τη δημιουργία μίας διδακτικής ενότητας, πρότεινε ο κ. Παναγιωτόπουλος, όπου η γεωγραφία, ο σύγχρονος πολιτισμός και η σύγχρονη Ιστορία θα αποτελέσουν ένα σύγχρονο γνωστικό πεδίο, ένα σύνολο το οποίο χωράει πολλά πράγματα, ώστε να βοηθηθεί ο μαθητής.

Στη συζήτηση αναφέρθηκαν συχνά τα μεγάλα γεγονότα του 20ού αιώνα που συγκλόνισαν τον κόσμο, ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ο κομμουνισμός, οι ανταλλαγές πληθυσμών, η αντιαποικιακή εξέγερση, οι γενοκτονίες. Τις σιωπές, τις απουσίες και τις διαστρεβλώσεις στην παρουσίαση αυτών των μεγάλων ιστορικών γεγονότων της πρόσφατης Ιστορίας σχολίασε ο Χάγκεν Φλάισερ σε μια συγκριτική παρουσίαση, φέρνοντας παραδείγματα από εγχειρίδια διαφόρων ευρωπαϊκών σχολικών παραδόσεων. Έτσι, όταν αφηγούνται τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τα ρωσικά εγχειρίδια εμμένουν στην εικόνα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου της Σοβιετικής Ένωσης, όπως και τα βιβλία στη Λευκορωσία και στην Ανατολική Ουκρανία, ενώ σε άλλες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ οι σοβιετικοί παρουσιάζονται όχι ως απελευθερωτές αλλά ως δυνάστες της Βαλτικής.

Άλλο παράδειγμα: Για πολλά χρόνια θέμα ταμπού ήταν για τους Γάλλους η κυβέρνηση του Βισύ και μόλις τα 10 τελευταία χρόνια μπήκε ο δωσιλογισμός στη Γαλλία στα σχολικά βιβλία. Αντιστοίχως, μικρή είναι η αναφορά στον δωσιλογισμό και στα ελληνικά βιβλία -επισήμανε ο αυστριακός ιστορικός, ο οποίος διαμένει στην Ελλάδα εδώ και 35 χρόνια- όπως και στην τραυματική εμπειρία του Εμφυλίου. Το παρελθόν διχάζει λοιπόν, τόσο στο εσωτερικό ενός έθνους όσο και σε επίπεδο διακρατικό, και αιτία διχασμού αποτελούν όχι μόνο η συνολική οπτική την οποία υιοθετούν οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων για την προσέγγιση του παρελθόντος αλλά και μεμονωμένα γεγονότα, όπως για παράδειγμα, ποιος ακριβώς είπε το «ΟΧΙ» του 1940.

«Μοιραζόμαστε και την Ιστορία και την κληρονομιά της σε αυτό το κοινό σπίτι που είναι η Ευρώπη», κατέληξε ο κ. Φλάισερ, ο οποίος ανέφερε ότι πολλές χώρες έχουν κοινές επιτροπές για τη σύνταξη σχολικών βιβλίων. «Δεν μιλάμε για απόκρυψη γεγονότων της πραγματικότητας, αλλά κάθε πράγμα έχει δύο πλευρές», επισήμανε, κάνοντας λόγο για ένα πρότυπο δείγμα μιας τέτοιας συνεργασίας, για ένα βιβλίο Ιστορίας της Γ΄Λυκείου που διδάσκεται προαιρετικά στη Γερμανία και στη Γαλλία. Γραμμένο από κοινού από γάλλους και γερμανούς ιστορικούς, το βιβλίο πραγματεύεται τα κρισιμότατα για τις σχέσεις των δύο χωρών χρόνια από το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων το 1815 ως τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου το 1945 -χρόνια τα οποία περιλαμβάνουν τρεις πολέμους μεταξύ των δύο χωρών- και αποτελεί τεράστιο βήμα προς την κατεύθυνση μετακίνησης των προσβλητικών καταλοίπων ενός διχαστικού παρελθόντος.

Τα σχολικά εγχειρίδια δεν είναι το Α και το Ω σήμερα γιατί η ιστορική πληροφορία φτάνει από ποικίλες πηγές, υποστήριξε ο Αντώνης Λιάκος: από τον δάσκαλο, από την οικογένεια, αλλά κυρίως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τα νέα τεχνολογικά μέσα, το διαδίκτυο και τη Wikipedia. Mε όλο αυτό το υλικό της εξωσχολικής Ιστορίας «ο κάθε μαθητής μπορεί να φτιάξει μια ready-made ιστορία». Το ζήτημα όμως δεν είναι πλέον η εύρεση της πληροφορίας, αλλά η διαχείρισή της. «Μεγάλα δράματα της ιστορίας, τα οποία απασχολούν τα παιδιά και τις οικογένειές τους, την τηλεόραση και τον Τύπο, ελάχιστα απασχολούν τα σχολικά βιβλία», παρατήρησε ο ομιλητής, φέρνοντας για παράδειγμα τη γενοκτονία των Αρμενίων. «Οι συζητήσεις για αυτά τα θέματα φτάνουν στα παιδιά. Το ζήτημα είναι πώς το σχολείο θα βοηθήσει τον μαθητή να αναπτύξει εργαλεία για να χειριστεί όλη αυτή την πληροφορία γνωσιακά, ψυχολογικά και συναισθηματικά», επισήμανε ο κ. Λιάκος.

Ζητούμενα της ιστορικής έρευνας των τελευταίων δεκαετιών, όπως η μνήμη και η δικαίωση, η αναγνώριση και η ταυτότητα, η παγκοσμιοποίηση και η κρίση, θα πρέπει επίσης «να βρουν τον τρόπο τους μέσα από μια σχολική εκπαίδευση η οποία παραμένει γραφειοκρατική και αγκυλωμένη σε ένα είδος ιστορίας όπως αυτή ήταν η πολιτική ιστορία πριν από μερικές δεκαετίες». Τι γίνεται σε πρωτοπόρα σχολεία ή σε χώρες όπου αρχίζει και ανοίγει αυτή η διαδικασία; «Δουλεύουν και με το ιστορικό μυθιστόρημα, τις ταινίες, το ντοκιμαντέρ, τη μαρτυρία», για να αποκαταστήσουν μια συναισθηματική σχέση ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, μια σχέση που τη χρειαζόμαστε, είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που αναπαράγουμε την Ιστορία.

«Υπάρχουν όμως και μεγάλα ζητήματα που δεν μπαίνουν καν στην έννοια της Ιστορίας, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι αποτελούν Ιστορία. Το πρώτο και μεγάλο από αυτά είναι η ιστορία της τεχνοεπιστήμης», συνέχισε ο κ. Λιάκος. «Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πώς άλλαξε ο κόσμος στο β΄ μισό του 20ού αιώνα τουλάχιστον σε δύο παραδειγματικούς τρόπους, στην ιατρική και στην ψηφιακή τεχνολογία, και τι αλλαγές συνεπάγονται οι εξελίξεις σε αυτούς τους χώρους. Οι εξελίξεις στην ιατρική για παράδειγμα, η οποία ξεφεύγοντας από το δίπολο υγεία-αρρώστια ασχολείται πλέον με τη βελτιστοποίηση των ανθρώπινων οργανισμών, έχουν επιπτώσεις στην οικονομία, στην κοινωνική ασφάλιση, στα ασφαλιστικά ταμεία, στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ζωή». Θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η σχολική Ιστορία, όπως είναι σήμερα, βοηθά τον μαθητή να κατανοήσει τη σύγχρονη ζωή.

«Θα πρέπει να καταλάβουμε τη σχολική ιστορία όχι ως δεοντολογία αλλά ως ένα πεδίο στο οποίο υπάρχουν μεν αντιπαραθέσεις, οι οποίες όμως θα πρέπει να γίνονται επάνω σε ένα υπόβαθρο» κατέληξε ο κ. Λιάκος. «Για να γίνει αποτελεσματική η αλλαγή της Ιστορίας στο σχολείο θα πρέπει το υπόβαθρο αυτό να εγκαταλείψει την παλιά γεγονοτολογική ιστορία και να εγκολπωθεί μια ιστορία μεγάλων αλλαγών που να καθιστά τη γνώση αντικείμενο της ίδιας της εξέλιξης». Ή, όπως το διατύπωσε πολύ παραστατικά αργότερα, απαντώντας σε ερώτηση του ακροατηρίου, «Η αναισθησία [η νάρκωση] είναι πολύ πιο σημαντική από ό,τι ήταν ο Γαμβέτας» ως ιατρική πρακτική που αποτελεί βασική τομή στη νεότερη Ιστορία. «Μια τέτοια Ιστορία είναι η μεγάλη πρόσκληση για τη σημερινή εκπαίδευση, αν θέλουμε αυτή να παρακολουθεί τις ανάγκες των σύγχρονων ανθρώπων. Για να καταλάβουν τις αλλαγές που βρίσκονται μπροστά τους θα πρέπει να καταλάβουν τι είδους Ιστορία έχουν αυτές οι αλλαγές», συνέχισε ο ιστορικός καταλήγοντας: «Διαφορετικά, αφενός θα ανοίγει το χάσμα με τις ανάγκες των νέων ανθρώπων -οι οποίοι θα αναζητούν σε διαφορετικά πεδία βοήθεια για να προσανατολιστούν στη σύγχρονη εποχή- αφετέρου οι συζητήσεις για τα μεγάλα ζητήματα θα γίνονται ερήμην της Ιστορίας».
TO BHMA

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου