Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Η πορεία προς τον «Γκοντό»

Τη σκοτεινή αλλά και ανθρώπινη πλευρά του Μπέκετ αποκαλύπτει ο τόμος της αλληλογραφίας του που κυκλοφορεί.



«Δεν ξέρω ποιος είναι ο Γκοντό. Δεν ξέρω καν αν υπάρχει. Και δεν ξέρω καν αν πιστεύουν ότι υπάρχει αυτοί οι δυο που τον περιμένουν» απαντούσε ο Σάμιουελ Μπέκετ (φωτ.) σε όσους ζητούσαν ερμηνείες για το διάσημο έργο του.
«Είδα σήμερα μια αγγελία στους "Irish Times". Ζητείται αρχισυντάκτης για την "Επιθεώρηση του Συνδέσμου Παντοπωλών, Γαλακτοπωλών και Εμπόρων". Μισθός 300 λίρες τον χρόνο. Σκέφτομαι σοβαρά να κάνω αίτηση για τη θέση. Η εμπειρία στη δημοσιογραφία επί εμπορικών θεμάτων θα είναι πολύ ωφέλιμη».





Αυτά γράφει σε επιστολή του λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ο 40χρονος Σάμιουελ Μπέκετ, ο οποίος ζει στο Παρίσι, γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα που δεν θέλει κανείς να εκδώσει και ταλαιπωρείται για να εξασφαλίσει τα προς το ζην κάνοντας μεταφράσεις, κυρίως για το πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό «Transition», ενώ η σύντροφός του Σουζάν Ντεσεβό-Ντιμενίλ εργάζεται ως μοδίστρα.



Η επιστολή βρίσκεται στον τόμο «The Letters of Samuel Beckett: 1941-1956», (εκδόσεις Cambridge University Press, 2011, σελ. 886, τιμή 33 στερλίνες). Πρόκειται για τον δεύτερο κατά σειρά τόμο της τετράτομης αλληλογραφίας του Μπέκετ που επιμελούνται οι πανεπιστημιακοί George Craig, Martha Dow Fehsenfeld, Dan Gunn, και Lois More Overbeck. Από τις 15.000 επιστολές του αρχείου Μπέκετ, κατέληξαν σε μια αντιπροσωπευτική επιλογή επιστολών προς την οικογένεια και φίλους, εκδότες, μεταφραστές, θεατρικούς παραγωγούς, διευθυντές περιοδικών και κάθε λογής συνεργάτες.



Ο συγκεκριμένος τόμος είναι εκείνος που οι αναγνώστες και οι μελετητές του έργου του Μπέκετ περίμεναν με αυξημένη αδημονία καθώς καλύπτει την πιο παραγωγική δεκαετία του ιρλανδού συγγραφέα, όταν έγραψε τα μεγάλα γνωστά έργα του. Είναι η εποχή που αποφασίζει να γράψει στα γαλλικά: «Δεν νομίζω ότι θα γράψω πολύ στα αγγλικά στο μέλλον», διαβάζουμε σε μια επιστολή. Όταν κάποιος τον ρωτά τι τον παρακίνησε να πάρει αυτή την απόφαση, απαντά αινιγματικά: «Η ανάγκη να έχω λειψά εφόδια». Μόνο λειψά δεν ήταν βέβαια τα εφόδιά του στη γαλλική γλώσσα και λογοτεχνία, τις οποίες είχε σπουδάσει στο Τρίνιτι Κόλετζ στο Δουβλίνο.



Μέσα σε έξι μήνες το 1947 γράφει το μυθιστόρημα «Μολλόυ». Έναν μήνα μετά ξεκινά το «Ο Μαλόν πεθαίνει», το οποίο ολοκληρώνει σε ένα πεντάμηνο. Το θεατρικό «Περιμένοντας τον Γκοντό» ήταν έτοιμο σε τρεις μήνες, αλλά για το μυθιστόρημα «Ο ακατανόμαστος» χρειάστηκε να δουλέψει δέκα μήνες.



Ο νεαρός Ζερόμ Λιντόν, των εκδόσεων «Minuit», τον εμπιστεύεται και εκδίδει έργα του και ο Μπέκετ του εκφράζει την ευγνωμοσύνη του σε πολλές επιστολές. Από το σημείο αυτό αρχίζει η θαυμαστή πορεία του.



Ο συγγραφέας όμως, από τη στιγμή που τελειώνει ένα έργο, δεν ασχολείται με την προώθησή του. Η Σουζάν κάνει για λογαριασμό του επαφές με εκδότες και θεατρικούς παραγωγούς. Ο ίδιος δεν θέλει να μιλήσει για τα έργα του, ούτε προφορικά ούτε γραπτά, δεν παραχωρεί συνεντεύξεις. «Φοβάμαι ότι σε αυτό είναι αμετακίνητος», λέει η Σουζάν. «Παραδίδει ένα έργο και ο ρόλος του σταματά εκεί. Δεν μπορεί να μιλήσει γι' αυτό. Έτσι λειτουργεί. Πρέπει να τον δεχτεί κανείς όπως είναι».



«Δεν ξέρω τίποτε περισσότερο για το έργο από οποιονδήποτε άλλο που το διαβάζει προσεκτικά», απαντά ο ίδιος σε ερώτηση για το «Περιμένοντας τον Γκοντό». «Δεν ξέρω ποιος είναι ο Γκοντό. Δεν ξέρω καν αν υπάρχει. Και δεν ξέρω καν αν πιστεύουν ότι υπάρχει αυτοί οι δυο που τον περιμένουν».



Όσο αυξάνονται οι παραστάσεις του έργου, σε Ευρώπη και Αμερική, δεν λείπουν οι δυσαρέσκειες και οι ατυχείς συνεργασίες. Όταν ο Μπέκετ διαφωνεί με κάποια ερμηνεία, εκφράζει με έμφαση την άποψή του: «Αν το έργο μου εμπεριέχει εξπρεσιονιστικά στοιχεία, τότε αυτό δεν έγινε εν γνώσει μου. Ούτε είναι, κατά την άποψή μου, έργο συμβολιστικό, πόσο περισσότερο να το τονίσω αυτό;», διαμαρτύρεται σε επιστολή του προς έναν γερμανό σκηνοθέτη. «Πρώτα από όλα, πρόκειται για κάτι που συμβαίνει, για μια ρουτίνα σχεδόν, και αυτή η αίσθηση του καθημερινού και του υλικού, κατά την άποψή μου, θα πρέπει να προβληθεί… Οι χαρακτήρες είναι ζωντανοί άνθρωποι, οι οποίοι ενδεχομένως απλώς επιβιώνουν, δεν είναι όμως σύμβολα».



Και συμβουλεύει έναν καναδό παραγωγό: «Προσπαθήστε κατ' αρχάς να δείτε το έργο στην απλότητά του, στην αναμονή, στο ότι δεν γνωρίζουμε γιατί ή πού ή πότε ή τι».



Η πιο συγκινητική επιστολή του είναι προς τις φυλακές του Λιτρινγκχάουζεν, όπου οι κρατούμενοι ανέβασαν παράσταση του έργου: «Δεν μου έχει ξανασυμβεί πράγμα παρόμοιο σε όλη μου τη ζωή ως άνδρα και ως συγγραφέα… Σε ό,τι ενδεχομένως σας έδωσε το έργο μου μπορώ να προσθέσω μόνο τούτο: το μεγάλο δώρο που μου κάνατε με το να το δεχτείτε».



Οι επιστολές αποκαλύπτουν έναν Μπέκετ με πολλή ζεστασιά προς τους φίλους και στους συγγενείς, επιμελώς ευγενικό προς τους συναδέλφους και τους συνεργάτες, ευφυή και εύγλωττο στις καλλιτεχνικές συζητήσεις. Κάτω από αυτή τη θερμή επιφάνεια βρίσκεται όμως πάντοτε ένας υπόγειος σκοτεινός εαυτός που αισθάνεται μόνιμα φυλακισμένος και που καμιά ανθρώπινη επαφή ή αναγνώριση δεν μπορεί να του προσφέρει ανακούφιση. Καθώς τα χρόνια περνούν, παραπονιέται για την υγεία του και για τα γηρατειά που πλησιάζουν. Στα μεσοδιαστήματα φυτεύει δέντρα και σκάβει τον κήπο του στο μικρό εξοχικό του, 45 χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι. «Αγόρασα ένα καροτσάκι για τον κήπο. Το πρώτο μου καροτσάκι! Τσουλάει μια χαρά, με τη μία ρόδα του. Παρακολουθώ πάντα τα σκαθάρια που ερωτοτροπούν και ενεργώ ενάντια στην αναπαραγωγή τους, με επιτυχία αλλά και ευαισθησία, που θα πει πετώ τους γονείς στον κήπο του γείτονα και καίω τα αυγά. Μακάρι να είχε κάνει κάποιος το ίδιο και στην περίπτωσή μου!».

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ,(ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου